Αναλύσεις

36 άρθρα

Τσάκισμα του φασισμού σημαίνει τσάκισμα του κράτους και του κεφαλαίου

Ο φασισμός ήταν, είναι και θα είναι βέλος στη φαρέτρα
του
«συνταγματικού τόξου»

Μετά τη δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα από τον χρυσαυγίτη Ρουπακιά, το αστικό καθεστώς επαναπροσδιορίζει την τακτική του απέναντι στους φασίστες. Τα ΜΜΕ μετατράπηκαν εν μια νυκτί, από lifestyle πλυντήρια και βασικοί προπαγανδιστές της ατζέντας του φασισμού, σε ένθερμους κατήγορους της «εγκληματικής οργάνωσης που απειλεί τη δημοκρατική ομαλότητα».  Η κυβέρνηση ξεκίνησε ένα επικοινωνιακό και πολιτικό blitzkrieg (πόλεμος αστραπή, πολεμική τακτική του ναζιστικού στρατού), που ξεκινά με διακηρύξεις ενάντια στις ακρότητες, συνεχίζει με ξηλώματα ηγετικών στελεχών της ΕΛ.ΑΣ. και της Ε.Υ.Π. και φτάνει μέχρι τις συλλήψεις και προφυλακίσεις βουλευτών και ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής και μπάτσων συνεργατών τους, με τις κατηγορίες να περιλαμβάνουν τον μισό ποινικό κώδικα (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, ανθρωποκτονίες, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος κ.ά.). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Όσο τραγικό κι αν ακούγεται, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν θέμα χρόνου. Τα αμέτρητα περιστατικά δολοφονικών επιθέσεων, κυρίως απέναντι σε μετανάστες αλλά όχι μόνο, με την ανοχή ή/και κάλυψη της αστυνομίας, πιστοποιούν ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιους θυμωμένους νεαρούς που βοηθούν τις γριούλες να κάνουν αναλήψεις από τα τραπεζικά ATM, όπως ήθελαν τα στημένα προεκλογικά ρεπορτάζ του σιχαμερού πτωματεμπόρου κομιστή και άλλων συναδέλφων του, αλλά με μια συμμορία ναζιστών, μαφιόζων και μπράβων με πλήρη κάλυψη από τον κρατικό μηχανισμό και χρηματοδότηση από τμήματα του ντόπιου κεφαλαίου. Χαρακτηριστικό της συνεργασίας τους είναι το γεγονός ότι ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής Κούζηλος, στενός συγγενής του επικεφαλής της Γ΄ Διεύθυνσης Αντικατασκοπείας της ΕΥΠ, ζητούσε «να δοθούν εγγυητικές επιστολές από το κράτος για να μπορέσουν να λύσουν το πρόβλημα ρευστότητας οι ναυτιλιακές εταιρείες», ενώ πολλές ήταν και οι ερωτήσεις του με τις οποίες ζητούσε «να αρθούν διάφορα γραφειοκρατικά εμπόδια για τον συγκεκριμένο κλάδο».

Τη σύλληψη του δολοφόνου Ρουπακιά ακολούθησε μια σωρεία «αποκαλύψεων» και αποκαλύψεων σχετικά με τη δράση των ταγμάτων εφόδου, τη στρατιωτική δομή της οργάνωσης, τις παλαιότερες αντικοινωνικές της ενέργειες, τη συμμετοχή της ως κατασταλτικού μηχανισμού στο πλευρό των ΜΑΤ (οι λεγόμενοι «αγανακτισμένοι πολίτες-κάτοικοι»)  τις βαθύτερες σχέσεις της με την αστυνομία και το στρατό, τη μαφιόζικη λειτουργία της, με τη συνδρομή αλληλοκαρφωμάτων μέσα από τις τάξεις των ίδιων των φασιστών. Όλα αυτά δηλαδή για τα οποία μιλάμε εδώ και δεκαετίες οι αναρχικοί/αντιεξουσιαστές. Όλα εκτός από ένα. Ότι ο φασισμός και οι οργανώσεις του, όσο και αν προσπαθούν να παρουσιαστεί ως αντισυστημικός, ήταν και είναι γέννημα, θρέμμα και ενεργούμενο του ίδιου του κράτους και του καπιταλισμού.

Χωρίς να παραγνωρίζουμε σε καμία περίπτωση τη σημασία της εντεινόμενης εξαθλίωσης και φτωχοποίησης στην ανάδυση φαινομένων κοινωνικού κανιβαλισμού και τη δημιουργία πρόσφορου εδάφους για το ρίζωμα φασιστικών ιδεοληψιών, η πραγματικότητα και η ιστορική μνήμη καθιστούν ανεπαρκή την υπεραπλουστευτική προσέγγιση που ανάγει τα πάντα στην οικονομική ύφεση. Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής δεν έφτασαν εκεί που έφτασαν αποκλειστικά και μόνο λόγω μνημονίων, ούτε άρχισε ξαφνικά να βρέχει φασισμό. Τα βασικά φασιστικά ιδεολογήματα ήταν πάντοτε παρόντα, ταυτισμένα με τον γυμνό πυρήνα της κρατικής ιδεολογίας και του καπιταλισμού.

Ο εθνικισμός, η ιεραρχική δομή, η στρατιωτικοποίηση, ο ανταγωνισμός, ο πόλεμος όλων εναντίον όλων, ο κοινωνικός δαρβινισμός (το δόγμα της επιβίωσης του ισχυρότερου), ο καλλιεργούμενος ανορθολογισμός (τύπου Χαρδαβέλα, Λιακόπουλου κ.λπ.) είναι συστατικά στοιχεία κάθε κρατικού μηχανισμού, κυρίαρχα στοιχεία της προπαγάνδας του. Η στόχευση και η δομή των ναζιστικών/φασιστικών οργανώσεων αποτελούν ακραία προέκταση αυτών ακριβώς των χαρακτηριστικών.

Όπως κάθε έθνος-κράτος, έτσι και το ελληνικό δομεί την ιδεολογία του με κεντρικό άξονα τον εθνικισμό. Ο εθνικισμός αποτελεί κυρίαρχο εργαλείο αποπροσανατολισμού από την πραγματικότητα της ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας και συσπείρωσης γύρω από μια αφηρημένη διαταξική οντότητα. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται πληθώρα μηχανισμών. Το σχολείο, παρ’ όλο που παρουσιάζεται σαν κάτι αποκομμένο από την υπόλοιπη κοινωνική πραγματικότητα, θρέφει κάθε γενιά με συγκεκριμένες αντιλήψεις που περιστρέφονται γύρω από την πρωτοκαθεδρία του έθνους, την υποταγή και την ιεραρχία. Η θρησκεία, βασικό συστατικό του υπερσυντηρητικού τριπτύχου, συμβάλλει στην εδραίωση του φόβου, της υποταγής, και της πίστης στην αυταξία του «περιούσιου έθνους των Ελλήνων». Ο στρατός, εκτός από εν δυνάμει κατασταλτικός μηχανισμός, λειτουργεί ως και  μηχανισμός εθνικιστικής προπαγάνδας, εμπέδωσης της υποταγής στην ιεραρχία και προώθησης της εχθρότητας ανάμεσα τους καταπιεσμένους. Η κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, θεμελιωμένη πάνω στην υποτιθέμενη συνέχεια του ελληνικού έθνους, καλλιεργεί τις δυο βασικές μορφές του ντόπιου εθνικισμού: την επιθετική, επεκτατική ιδέα της Μεγάλης Ελλάδας και τη λογική της φτωχής πλην τίμιας ψωροκώσταινας που βάλλεται πανταχόθεν.

Οργανώσεις τύπου ΧΑ δεν αποτελούν παρακρατικά σώματα όπως συχνά λέγεται. Αποτελούν τμήμα αυτού που λέμε βαθύ κράτος. Για αυτό το λόγο υπήρχαν και θα υπάρχουν, είτε στο προσκήνιο (χούντα, σύμβουλοι πρωθυπουργών, στελέχη κομμάτων, κ.ά.), είτε στο παρασκήνιο (ΕΠΕΝ, 4η Αυγούστου, ακροδεξιές ομάδες-συμμορίες και οργανώσεις), ανάλογα με το πως εξυπηρετείται καλύτερα το κράτος και το κεφάλαιο. Κατά καιρούς, εκφράστηκαν και πήραν τη μορφή του μεταξικού καθεστώτος, των χιτών και των ταγμάτων ασφαλείας της ναζιστικής κατοχής και του εμφυλίου, ενσωματώθηκαν στο μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς εθνικοφροσύνης, το παπαδαριό, τους βασιλόφρονες, τους βολεμένους του απριλιανού καθεστώτος, τα μεταγενέστερα «σταγονίδιά» του, τις «παρακρατικές» ομάδες κρούσης, τη μεταπολιτευτική Νέα Δημοκρατία, τους Rangers και τους Κενταύρους, τους χρυσαυγίτες που επιτίθονταν μαζί με τα ΜΑΤ σε διαδηλωτές. Η εθνοκεντρική ρητορική και ο ωμός λαϊκισμός που συνεχίστηκαν και κατά την περίοδο της «Αλλαγής», η εποχή της οικονομικής ανάπτυξης πάνω στις πλάτες φτωχών μεταναστών εργατών, ο παροξυσμός των «μακεδονικών συλλαλητηρίων», η «εθνική κρίση» των Ιμίων, οι μέρες της «δόξας» των Ολυμπιακών Αγώνων, η ανάδυση ακροδεξιών μορφωμάτων τύπου ΛΑ.Ο.Σ., η έντονη αποπολιτικοποίηση και η απουσία οράματος για την ανατροπή του συστήματος εξουσίας και την δημιουργία μιας ελεύθερης κοινωνίας, έχουν παίξει σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση της σημερινής συνθήκης.

Όλος ο ακροδεξιός συρφετός προϋπήρχε, ενσωματωμένος κυρίως στους πάλαι ποτέ κραταιούς πόλους του δικομματισμού, ο οποίος αντλούσε τη συναίνεση μέσω παροχών, βολέματος, διορισμών και πελατειακών σχέσεων. Η κρίση (οικονομική, πολιτική, αξιακή) και η επιχειρούμενη καπιταλιστική και κρατική αναδιάρθρωση οδήγησε στην αδυναμία συντήρησης αυτών των σχέσεων και στην απόσχιση των πιο ακραίων τμημάτων δημιουργώντας εύφορο έδαφος για την ενίσχυση του φασισμού.

Η ακροδεξιά μετατόπιση της κεντρικής πολιτικής ατζέντας κατά τη διάρκεια των προηγούμενων εκλογών (οροθετικές, μετανάστες, εγκληματικότητα κλπ) και η συνακόλουθη η επικέντρωση της κυβερνητικής ατζέντας στο μεταναστευτικό ζήτημα, παρήγαγαν ένα προνομιακό πεδίο δράσης για τις νεοναζιστικές συμμορίες. Η προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός σύγχρονου ολοκληρωτικού καθεστώτος συνεχίστηκε από τη σημερινή κυβέρνηση. Ενδεικτικά χαρακτηριστικά αυτής της προσπάθειας αποτέλεσαν η άμεση πριμοδότηση της φασιστικής ατζέντας (που πρόσφατα έφτασε μέχρι και σε κελεύσματα για «συγκυβέρνηση με μια σοβαρότερη Χρυσή Αυγή»), το δόγμα της μηδενικής ανοχής απέναντι σε οποιαδήποτε αντίσταση, το κύμα καταστολής των τελευταίων ετών, το άνοιγμα στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους μετανάστες, η χυδαιότητα της «θεωρίας των δυο άκρων» (ακόμη και το «αντικαπιταλιστικό» ΚΚ.Ε. δεν δίστασε να εξομοιώσει, για ακόμη μια φορά, την δολοφονική επίθεση που δέχθηκαν μέλη του Π.Α.ΜΕ. στο Πέραμα από χρυσαυγίτες με τις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ διαδηλωτών και των αριστερών περιφρουρητών της Βουλής).

Η συγκυριακή ρήξη της κυβέρνησης με το εδώ και δεκαετίες δεκανίκι των σχεδιασμών του εγχώριου καθεστώτος δεν αποτελεί κάποιου είδους «νίκη της αστικής δημοκρατίας απέναντι στη φασιστική απειλή». Με αφορμή τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, οι σχεδιασμοί της επιταχύνθηκαν. Τα οφέλη μιας τέτοιας κίνησης για την ίδια είναι πολλά. Πρώτον, ενισχύει το ρόλο της ως εγγυητή της νομιμότητας, της δημοκρατίας, της ομαλότητας και της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το δόγμα «θεσμική ασφάλεια, οικονομική ανάπτυξη». Δεύτερον, αποτελεί επίδειξη πυγμής προς όλες τις κατευθύνσεις, δείχνοντας «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο» και καθιστώντας σαφές ότι είναι έτοιμη να καταστείλει οτιδήποτε μπορεί να τεθεί εμπόδιο στα σχέδιά της. Τρίτον, επαναφέρει έναν μεγάλο αριθμό απολωλότων προβάτων στο μαντρί της «μεγάλης δεξιάς παράταξης», υιοθετώντας παράλληλα τα αιτήματά τους για ησυχία, τάξη και ασφάλεια και προβάλλοντας (μέσω διαρκών αστυνομικών επιχειρήσεων-σκούπα στο κέντρο της Αθήνας) την υπεροχή της κρατικής καταστολής έναντι της συμμορίτικης. Τέταρτον, εγγυάται τον έλεγχο των σωμάτων ασφαλείας και του στρατού, απέναντι σε αυτό που προβλήθηκε από τα ΜΜΕ ως «διάβρωση» από την ύπαρξη «ναζιστικών θυλάκων». Πέμπτον, επιχειρεί να κλείσει το στόμα της αντιπολίτευσης που αποζητά θεσμικές λύσεις απέναντι στο πρόβλημα του εκφασισμού, με τη λογική «θεσμική αντιμετώπιση θέλατε, θεσμική αντιμετώπιση θα λάβετε». Την ίδια στιγμή, προσπαθεί να ενσωματώσει σε αστικοδημοκρατικές οδούς τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά που αναπτύχθηκαν σε τμήματα της κοινωνίας. Τέλος, κοιτάζοντας μερικά βήματα μπροστά, στοχεύει στην κατοχύρωση του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου». Έτσι, οι πρόσφατες κινήσεις της διασφαλίζουν τη μη συγκρότηση μαζικού φασιστικού κινήματος σε ενδεχόμενη ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ώστε να μην διαταραχθεί η ομαλή πορεία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης λόγω υπερβάλλοντος ακροδεξιού ζήλου. Από την άλλη πλευρά, στόχος της δημιουργίας του «συνταγματικού τόξου» είναι η ενίσχυση της πολιτικής, νομοθετικής και κατασταλτικής φαρέτρας του κράτους με σκοπό, όχι μόνο την παρανομοποίηση κάθε μορφής αντίστασης, αλλά και την απονομιμοποίησή της στην κοινωνική συνείδηση.

Από τη μεριά της, η αριστερή εκδοχή της διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος υιοθετεί μια θλιβερή ψηφοθηρική στάση, ανάγοντας το ζήτημα του κοινωνικού εκφασισμού αποκλειστικά στην οικονομική κρίση και την κακή λειτουργία των θεσμών. Παράλληλα, αρνούμενη να δράσει δυναμικά στο δρόμο, αναπαράγει μια λογική θυματοποίησής της που ενισχύει το «μαχητικό» προφίλ των φασιστών, το οποίο έχει καλλιεργηθεί μετά από πολύ κόπο των μπάτσων και των Μ.Μ.Ε. Μιλά για θεσμική διαχείριση του ζητήματος, συσκοτίζοντας και αποσιωπώντας τη φύση τόσο του φασισμού όσο και των θεσμών. Τέλος, χρησιμοποιεί μια θολή πατριωτική ρητορική (ιστορικό απότοκο των εθνολαϊκών μετώπων τύπου Ε.Α.Μ.), που αναφέρεται μόνο στους «κακούς ξένους δανειστές» και τους υπερεθνικούς μηχανισμούς, αφήνοντας στην άκρη τα ντόπια αφεντικά και τις στρατηγικές επιλογές του ελληνικού κράτους. Φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται πως ο αυθεντικός εθνικισμός μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα από το αριστερό, πατριωτικό του κακέκτυπο.

Οι ενδοσυστημικές αντιθέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα στο εσωτερικό κράτους και κεφαλαίου είναι φαινόμενα υπαρκτά. Αν και ο εκφασισμός της κοινωνίας, έτσι όπως προωθείται από τα κυρίαρχα τμήματα της αστικής τάξης, και η παρουσία της Χρυσής Αυγής, είναι στοιχεία που μπορεί να συμπλέουν και σε κάθε περίπτωση αποτελούν τμήματα του εξουσιαστικού στρατοπέδου, αυτό δεν σημαίνει ότι θα γίνει ανεκτή από το κράτος η οποιαδήποτε τάση αυτονόμησης της ΧΑ. Από την άλλη, η ανάγκη ύπαρξης της ΧΑ ή ενός αντίστοιχου κατασταλτικού, τραμπούκικου, εκφοβιστικού μηχανισμού ως αντίβαρο και ανάχωμα στην ανάπτυξη των κοινωνικών-ταξικών αγώνων, είναι δεδομένη για τους κυρίαρχους.

Από την πλευρά μας, αντιλαμβανόμενοι τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις ποικίλες εκδοχές διαχείρισης του κράτους και αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, εντοπίζουμε παράλληλα την κοινή τους συνισταμένη: την προσπάθεια επιβολής, αναπαραγωγής και διαιώνισης του συστήματος καταπίεσης κι εκμετάλλευσης, του συστήματος εξουσίας. Στα πλαίσια του αγώνα ενάντια σε αυτό το σύστημα εντάσσεται και η μάχη ενάντια στο φασισμό σε όλες του τις εκφάνσεις. Το ξερίζωμά του αποτελεί έργο ενός κοινωνικού και ταξικού κινήματος που μάχεται ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης κι εκμετάλλευσης, όχι του συστήματος που το γεννά και το αναπαράγει.

Μακριά από θεσμικές αυταπάτες και από μετωπικές συνεργασίες με συστημικούς φορείς, με συλλογικούς αυτοοργανωμένους, χειραφετημένους, ανυποχώρητους αγώνες, προωθούμε το πρόταγμα της αλληλεγγύης, της αντίστασης, του αγώνα ενάντια στο υπάρχον. Αγωνιζόμαστε για την κοινωνική επανάσταση. Για τη δημιουργία μιας κοινωνίας ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης. Για τον ελευθεριακό κομμουνισμό, για την Αναρχία.

Για την εξέγερση στην Τουρκία

T3

Τουρκία: ένα ακόμη οικονομικό θαύμα του ΔΝΤ. Πέρυσι ανακηρύχθηκε ως η τρίτη πιο αναπτυσσόμενη χώρα παγκοσμίως, μετά την Κίνα και την Ινδία. Παρά την παγκόσμια κρίση, το ΑΕΠ της συνεχίζει να αυξάνει (κατά 2,2% το 2012, και σχεδόν 8% το 2011), οι επενδύσεις πληθαίνουν και όλα πηγαίνουν κατ’ ευχήν για την κυβέρνηση του Ερντογάν.

Ανάπτυξη λοιπόν,
ευημερών καπιταλισμός και οι μηχανές της οικονομίας δουλεύουν στο φουλ. Και «ξαφνικά», ΕΞΕΓΕΡΣΗ. Με αφορμή την υπεράσπιση του πάρκου Γκεζί, στην περιοχή Ταξίμ, ενάντια στην επιχειρούμενη ανάπλασή του, και την άγρια καταστολή των διαδηλωτών από τους μπάτσους, η κοινωνική αντιβία ξεσπά. Η εξέγερση επεκτείνεται σε ολόκληρη σχεδόν την Τουρκία. Οι εξεγερμένοι υψώνουν οδοφράγματα, καταλαμβάνουν κτίρια, αντιστέκονται στις βάρβαρες επιθέσεις της αστυνομίας, πυρπολούν κυβερνητικά κτίρια, αστυνομικά οχήματα και τμήματα. Ταυτόχρονα αναπτύσσεται η μεταξύ τους αλληλεγγύη. Πόρτες σπιτιών ανοίγουν για να κρύψουν και να περιθάλψουν τραυματίες, ιατρικές και νομικές ομάδες οργανώνονται.

Η καταστολή συνεχίζεται εντεινόμενη, σε μια προσπάθεια τρομοκράτησης των εξεγερμένων. Πάνω από 3 νεκροί διαδηλωτές και χιλιάδες τραυματίες. Το αυταρχικό καθεστώτος στην Τουρκία, προσπαθεί να τρομοκρατήσει και να καθυποτάξει κάθε φωνή που του αντιστέκεται, κάθε κοινωνικό αγώνα που του εναντιώνεται. Τακτική που εφαρμόζεται τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Όλα αυτά έγιναν έτσι ξαφνικά; Η απάντηση φυσικά είναι όχι. Αυτό που καλύπτεται πίσω από τα νούμερα και τα «οικονομικά θαύματα» της Τουρκιάς (χώρας-πρότυπου κατά το ΔΝΤ) είναι η βαθιά και διαρκώς εντεινόμενη εκμετάλλευση και καταπίεση της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών στρωμάτων.

Οι πολιτικές επιλογές της κοινωνίας στην Τουρκία, μοιάζουν να περιορίζονται όλα αυτά τα χρόνια σε δύο βασικές κατευθύνσεις. Τον θρησκευτικο-πολιτικό ολοκληρωτισμό που θέλουν να επιβάλουν οι ισλαμιστές και ένα απολυταρχικό κοσμικό καθεστώς που θέλει να επιβάλει (και κατά καιρούς το καταφέρνει) ο στρατός. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη δηλαδή. Τόσο το ένα όσο και το άλλο επικεντρώνονται στη μεθοδευμένη καταστολή κάθε εργατικής και κοινωνικής διεκδίκησης, στο όνομα της «σταθεροποίησης» και της διαφύλαξης εκείνης της «ομαλότητας» που θα διευκολύνει την «ανάπτυξη». Αυτή τη φορά, το ετερόκλητο πλήθος που εξεγείρεται δείχνει να στρέφεται ενάντια και στα δύο.

Πέραν του αυταρχισμού στον τρόπο και τη μορφή της διακυβέρνησης, το τουρκικό οικονομικό «θαύμα», στην προσπάθεια να προσελκυθούν «ξένες επενδύσεις», περιόρισε τους μισθούς (ο μέσος μισθός κυμαίνεται στα 350 ευρώ). Οι ταξικές ανισότητες οξύνονται. Ενώ η ανεργία μειώνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια το ποσοστό της φτώχειας συνεχίζει να αυξάνεται. Περίπου 15 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης κι απόλυτης αδυναμίας να καλύψουν τα αναγκαία για τη διαβίωσή τους. Η παιδική θνησιμότητα αυξάνει επίσης, γεγονός ενδεικτικό της αδυναμίας πρόσβασης μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας σε στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Το τουρκικό μοντέλο, όπως και το κινέζικο, είναι το πρότυπο που προωθείται από μερίδα της παγκόσμιας ελίτ των πολυεθνικών και του διεθνοποιημένου κεφαλαίου. Ελάχιστα αφορά τους εξουσιαστές και τους καπιταλιστές, το πολυεθνικό κεφάλαιο και τις ντόπιες ελίτ, το αν η Τουρκία είναι περισσότερο ή λιγότερο ισλαμική, περισσότερο ή λιγότερο κεμαλική. Αυτό που τους αφορά είναι η αναπαραγωγή και η διαιώνιση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης του μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνίας, προκειμένου να εξασφαλίζεται η κερδοφορία και η κυριαρχία τους.

Κατ’ αναλογία, το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα. Η θρυλούμενη ανάπτυξη, αυτή με την οποία προσπαθεί να μας δελεάσει η κυβέρνηση, απαιτώντας ταυτόχρονα την υποταγή μας, συνοδεύεται από μισθούς πείνας, από το 30% της ανεργίας, από την εξαθλίωση όλο και μεγαλύτερων τμημάτων της κοινωνίας, από την προσπάθεια ολοκληρωτικού ελέγχου και κυριαρχίας.

Η αφετηρία της εξέγερσης στην Τουρκία δεν έχει αμιγώς ταξικά χαρακτηριστικά αλλά κυρίως αντιαυταρχικά. Το ετερογενές πλήθος των εξεγερμένων αποτελείται από αναρχικούς, αριστερούς, οικολόγους, κεμαλιστές, δημοκράτες, οπαδούς, φοιτητές και μαθητές. Η κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω είναι η διεκδίκηση στοιχειωδών ελευθεριών. Εκ των πραγμάτων όμως, πολλά κομμάτια των εξεγερμένων εναντιώνονται και στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό της ντόπιας και παγκόσμιας ελίτ, που επιβάλλουν με την βία τις δίκες τους νόρμες. Το αν θα πάρει αυτή η εξέγερση και ταξικά χαρακτηριστικά, όπως και το αν θα εξελιχθεί σε κοινωνική επανάσταση, είναι ένα διακύβευμα που αφορά στο επίπεδο του κοινωνικού/ταξικού αγώνα στην Τουρκία, ο οποίος τόσα χρόνια καταστέλλεται μεθοδευμένα από τους ισλαμο-νεοφιλελεύθερους κυβερνώντες. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η επόμενη μέρα θα είναι διαφορετική για την τουρκική κοινωνία. Τα ευρύτατα κοινωνικά τμήματα που παίρνουν μέρος στην εξέγερση συνειδητοποιούν το ρόλο του κράτους, των ΜΜΕ, το ρόλο του ισλαμισμού και του κεμαλισμού και θα αναζητήσουν λύσεις που θα ξεπερνούν και τους δύο.

Η συνομωσιολογία και οι απόπειρες απαξίωσης της εξέγερσης (από τη μεριά της τουρκικής κυβέρνησης- «πλιατσικολόγοι, δειλοί, βάνδαλοι, προβοκάτορες»), οι προσπάθειες συνδιαλλαγής με τα λιγότερο ρηξιακά κομμάτια των διαδηλωτών, χειραγώγησης και άντλησης πολιτικής υπεραξίας (από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα – κεμαλικούς και μη), αποτελούν κλασική και παγκόσμια μέθοδο προσπάθειας διαχείρισης της εξέγερσης. Στόχος τους είναι η διατήρηση ή η κατάληψη της εξουσίας και ο έλεγχος του κράτους. Η ρήξη με την αντίληψη που αντιμετωπίζει το κράτος ως «πατέρα» και τείνει να αναζητά νέους αρχηγούς που θα αναλάβουν να ηγηθούν είναι διακύβευμα και αυτής της εξέγερσης. Αν οι εξεγερμένοι στραφούν απλά ενάντια στην κυβέρνηση και όχι ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο, διαπραγματεύονται απλά τους όρους της σκλαβιάς τους.

Ένα επιπλέον γεγονός (το οποίο αποσιωπήθηκε) αναδεικνύει την προσπάθεια τρομοκράτησης των αγωνιζόμενων σε Ελλάδα και Τουρκία, στα πλαίσια της κρατικής και καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Τα «εχθρικά», κατά τα άλλα, κράτη συνεργάστηκαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία για την απαγωγή και την έκδοση του αριστερού κοινωνικού αγωνιστή Bulut Yayla από την Ελλάδα (όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο) στην Τουρκία. Τα αντικρουόμενα συμφέροντα των δύο κρατών φαίνεται να παραμερίζονται μπροστά στον κοινό στόχο: την αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού»

Εξυπηρετώντας τις ίδιες πολιτικές και ταξικές σκοπιμότητες, το ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει εκδικητικά και τιμωρεί παραδειγματικά όσους τολμούν να του εναντιωθούν. Η συνεχιζόμενη προφυλάκιση επί 2,5 χρόνια του χωρίς κανένα νομικό πρόσχημα, του αναρχικού κοινωνικού αγωνιστή Κ. Σακκά αποτελεί ένα ακόμη γεγονός, ενδεικτικό της προσπάθειας εγκαθίδρυσης ενός σύγχρονου ολοκληρωτικού καθεστώτος.

 

Από τη μεριά μας:

Αναγνωρίζουμε τους κοινούς μας εχθρούς: το Κράτος και το Κεφάλαιο.

Αναγνωρίζουμε τους συμμάχους μας στον κοινωνικό/ταξικό πόλεμο: τους καταπιεσμένους κι εκμεταλλευόμενους σε όλο τον κόσμο. Η κοινωνική/ταξική αλληλεγγύη, εναντιώνεται σε κάθε εθνικιστική προπαγάνδα, δεν αναγνωρίζει σύνορα, φυλές ή φύλα. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι στους τούρκους εξεγερμένους.

Αναγνωρίζουμε τη νέα συνθήκη μέσα στην οποία αγωνιζόμαστε. Το Κράτος και το Κεφάλαιο δεν έχουν καμιά διάθεση (ούτε και δυνατότητα) συμβιβασμού. Στοχεύουν στην εγκαθίδρυση ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Στοχεύουν στον εξανδραποδισμό της κοινωνίας και στην εξόντωση όσων «περισσεύουν» ή αντιστέκονται. Ούτε οι εκλογές, ούτε οι άνευρες κινητοποιήσεις μπορούν να αλλάξουν τη ζωή μας. Η δημιουργία και η ενδυνάμωση αυτοοργανωμένων, αντιιεραρχικών δομών αγώνα (τοπικές συνελεύσεις, σωματεία βάσης) και η σύγκρουση με τους κυρίαρχους είναι ο μοναδικός δρόμος για να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Ενάντια στον ατομικισμό, τον ανταγωνισμό και τον πόλεμο όλων εναντίον όλων, συλλογικοποιούμε και οργανώνουμε τις αντιστάσεις μας.

Μοναδική μας επιλογή και σημαντικότερη αναγκαιότητα: η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Για την καταστροφή του Κράτους και του Κεφαλαίου, για τη δημιουργία μιας κοινωνίας ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης, χωρίς αφεντικά και σκλάβους, χωρίς πλούσιους και φτωχούς, χωρίς αρχηγούς και υπηκόους.

Για το φετιχισμό της μη-βίας

Κείμενο που μοιράστηκε στην απεργιακή πορεία 26/09/2012

«Καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται», «οι 300 προβοκάτορες που αμαύρωσαν την ειρηνική διαδήλωση», «οι κουκουλοφόροι που παραλύουν το κέντρο της Αθήνας». Τα παραπάνω αποτελούν ένα μικρό δείγμα φράσεων από το οπλοστάσιο της κυριαρχίας που αναπαράγονται από εφημερίδες, κανάλια, κόμματα, δικαστές, ευυπόληπτους πολίτες, «προσωπικότητες των γραμμάτων και τεχνών», όλο τον συρφετό που χρόνια τώρα προσπαθεί να χειραγωγήσει τη σκέψη και τη δράση μας. Δε θα ακούσουμε ποτέ όμως μια αναφορά στην πρωτογενή βία της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, τη βία του Κράτους και των αφεντικών. Τη βία που μόνο αυτοί έχουν δικαίωμα να ασκούν στο όνομα της τάξης, της ασφάλειας, της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, της συναίνεσης και της εθνικής ενότητας. Το μονοπώλιο αυτής της βίας κανείς δεν πρέπει να το αμφισβητήσει.

Τόσο σε αυτή την συγκυρία όσο και διαχρονικά, ο ρόλος του Κράτους δεν είναι άλλος από το να επιβάλλει και να αναπαράγει τα αστικά ιδεολογήματα και τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, να διατηρεί την ταξική διαίρεση της κοινωνίας και να διαμεσολαβεί σε κάθε λειτουργία της κοινωνικής ζωής. Αυτή η πρωτογενής και δομική βία που ασκείται από το Κράτος και το Κεφάλαιο στο καταπιεσμένο και εκμεταλλευόμενο κομμάτι της κοινωνίας, δεν περιορίζεται στην φυσική βία και είναι παρούσα σε κάθε σφαίρα της κοινωνικής ζωής.

Μιλάμε για τη βία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, που εξασφαλίζει την ευημερία των λίγων και την εκμετάλλευση όλων των υπολοίπων, τη βία της μισθωτής σκλαβιάς, τις δολοφονίες εργατών στα σύγχρονα κάτεργα (εργατικά ατυχήματα τα βαφτίζουν τα αφεντικά), την εντατικοποιημένη, μαύρη και ανασφάλιστη εργασία, την ανεργία και τη μόνιμη ανασφάλεια για το αν θα έχουμε να φάμε αύριο.

Μιλάμε για τη βία του ανταγωνισμού μεταξύ των ανθρώπων, τον οποίο προβάλλει ο καπιταλισμός ως μόνο μέσο προόδου και ευημερίας της ανθρωπότητας (και φροντίζει να μας εκπαιδεύει κατάλληλα από νηπιακή ηλικία). Για το συνθήκη του “πολέμου όλων εναντίον όλων”, που επιβάλλει η ίδια η αντικοινωνική και μισάνθρωπη φύση του καπιταλισμού και που σε εποχές οικονομικής εξαθλίωσης οξύνεται μετατρεπόμενη σε κοινωνικό κανιβαλισμό.

Μιλάμε για τη βία της έλλειψης περίθαλψης, του αποκλεισμού ανθρώπων που έχουν άμεση ανάγκη ιατρικής παρακολούθησης και οδηγούνται στην εξαθλίωση και την περιθωριοποίηση. Για τον εξευτελισμό των ουρών του ΙΚΑ ή την πληρωμή ακόμη και για μια επίσκεψη. Για την βία της ανασφάλιστης εργασίας που εντείνει την τρομοκρατία της μισθωτής σκλαβιάς, καθώς ο εργαζόμενος φοβάται ακόμη και το να αρρωστήσει ο ίδιος ή οικογένειά του.

Μιλάμε για τη βία της λεηλασίας και της καταστροφής της φύσης στο βωμό της ανάπτυξης και της μεγιστοποίησης του κέρδους των αφεντικών. Για τη ζωή σε ένα περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο αποστειρωμένο, πνιγηρό, μη βιώσιμο.

Μιλάμε για τη βία που από μικρή ηλικία δεχόμαστε στα σχολεία και τις σχολές, με την καλλιέργεια του ανταγωνισμού, την απαξίωση της πολύπλευρης γνώσης, τη διαρκή αξιολόγηση και το άγχος που αυτή συνεπάγεται, την αναγκαστική συμμόρφωση σε κανόνες και πρότυπα συμπεριφοράς, την τιμωρία και τον στιγματισμό των παρεκκλίσεων, την αναγκαστική αποδοχή της εξουσίας των δασκάλων και των καθηγητών.

Μιλάμε για τη βία της αναγκαστικής/εκβιαστικής στράτευσης, της σύνταξης με τα εθνικοπατριωτικά ιδεώδη, της καλλιέργειας της μισαλλοδοξίας, της καταστολής και της υποταγής στους ανώτερους, της προετοιμασίας για υποταγή στα αφεντικά, της συμμετοχής σε έναν θεσμό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη φυσική καταστολή του «εσωτερικού εχθρού».

Μιλάμε για τη βία, οικονομική και φυσική, που ασκείται από το Κεφάλαιο στις κοινωνίες των χωρών του λεγόμενου «τρίτου (και δεύτερου) κόσμου», καταληστεύοντάς τες, επιβάλλοντας χούντες, οδηγώντας τες στην πείνα και την ανέχεια. Βία που συνεχίζει να ασκείται στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες και μετανάστες, που διωγμένοι από τις χώρες τους πασχίζουν να επιβιώσουν. Αν γλιτώσουν από τις νάρκες, τα θωρακισμένα σύνορα, τους άθλιους τρόπους μεταφοράς τους, θα έρθουν αντιμέτωποι με την οικονομική εξαθλίωση και εκμετάλλευση, την περιθωριοποίηση, το συνεχόμενο κυνηγητό, τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τον εκτοπισμό από κάθε λογής δυνάμεις της αστυνομίας και των φασιστών.

Μιλάμε για τη βία της καταστολής κινηματικών δράσεων και διαδιακασιών, τόσο στον δρόμο όσο και μέσα από την νομική δίωξη, φυλάκιση ή την δολοφονία κοινωνικών αγωνιστών. Για τη βία της εισβολής και της εκκένωσης κοινωνικών και πολιτικών (κατειλημμένων ή μη) χώρων.

Αυτή είναι η βία που είναι παρούσα σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, αυτή που θέλουν να μας πείσουν πως είναι κάτι «φυσιολογικό», αυτονόητο, μια αναπόδραστη συνθήκη. Μια καθημερινή κατάσταση, μέσα στην οποία όποιος θελήσει να αντιδράσει περιθωριοποιείται, στοχοποιείται, απομονώνεται, διώκεται, φυλακίζεται

Ένταση της κρατικής βίας σε περιόδους κρίσης

Ίσως σε άλλες εποχές, αυτές της ανάπτυξης και του «καλού» Κράτους πρόνοιας, να υπήρχε η ψευδαίσθηση της υποχωρητικής εξουσίας υπό την πίεση της «λαϊκής δυσαρέσκειας», η οποία εν μέρει συντηρούταν από την ίδια τη στάση των κυβερνώντων, αλλά και από αποσπασματικές νίκες των κοινωνικών αγώνων. Στην τωρινή βαθιά καπιταλιστική κρίση όμως, όλο και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας βυθίζονται στην φτώχεια και την εξαθλίωση και οι όποιες κοινωνικές παροχές είχαν κατακτηθεί ως τώρα εκμηδενίζονται. Το Κράτος και ο Καπιταλισμός αναδιαρθρώνονται, επιλέγουν μορφές διακυβέρνησης που τείνουν στον ολοκληρωτισμό και εξαπολύουν μια ολομέτωπη επίθεση στη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Μετά την είσοδο στο μνημόνιο το 2009 εκκινεί μια περίοδος κατά την οποία το πολιτικό σύστημα απαξιώνεται, δημιουργούνται ρήγματα στην κοινωνική συναίνεση και οι αντιδράσεις απέναντι στην επίθεση των κυρίαρχων πληθαίνουν. Η βία από την πλευρά της κυριαρχίας κλιμακώνεται και φανερώνει πλέον ξεκάθαρα το αντικοινωνικό της πρόσωπο.

Νομοθετικές ρυθμίσεις λύνουν τα χέρια των αφεντικών για απολύσεις, μειώσεις μισθών, άμισθες υπερωρίες και «μαύρη» εργασία. Άνεργοι, ανασφάλιστοι και χαμηλοσυνταξιούχοι, μια και δεν μπορούν να συμμετέχουν στην διαδικασία παραγωγής και κατανάλωσης, καταδικάζονται στην πλήρη εξαθλίωση, χωρίς πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, χωρίς να μπορούν να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη για την επιβίωσή τους. Φαίνεται πως ένα τμήμα της κοινωνίας λογίζεται από το Κεφάλαιο ως άχρηστο, ως «πλεονάζων πληθυσμός» που θα οδηγηθεί είτε στη μετανάστευση, είτε στην καταστροφή.

Η κοινωνική οργή και οι αντιστάσεις που αναπτύσσονται αντιμετωπίζονται βίαια προκειμένου να τρομοκρατηθούν και να υποταχθούν όσοι αποφασίζουν να αντιδράσουν στην εξαθλίωση των ζωών τους. Ακόμη και κλασικοί τρόποι αγώνα, όπως οι απεργίες, τίθενται σταδιακά εκτός νόμου προκειμένου να προστατευτεί το Κεφάλαιο. Κάθε σχεδόν κινητοποίηση αντιμετωπίζεται κατασταλτικά. Ο στρατός και η αστυνομία θωρακίζονται, προετοιμάζονται για την αντιμετώπιση μιας πιθανής γενικευμένης εξέγερσης.

Παράλληλα, προσπαθούν να στρέψουν την οργή των καταπιεσμένων στο εσωτερικό της τάξης μας και όχι απέναντι στους δυνάστες μας, στο κράτος και τα αφεντικά. Οι δυνάμεις της τάξης και της ασφάλειας επινοούν και στοχοποιούν διαρκώς νέους «εσωτερικούς εχθρούς», ώστε να εξουδετερώσουν τις αντιστάσεις, να τιμωρήσουν τους αγωνιζόμενους, να παραδειγματίσουν όσους ενδεχομένως θελήσουν να αγωνιστούν. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός και ο φασισμός προωθούνται από κόμματα και ΜΜΕ ως αντίβαρο στην προσπάθεια δημιουργίας ενός κινήματος αντίστασης στην κρατική και καπιταλιστική βαρβαρότητα

Ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες, μεγάλα τμήματά της κοινωνίας συνεχίζουν να αντιδρούν μέσα στα πλαίσια της καταρρακωμένης -πρώτα πρώτα από την ίδια την αστική τάξη- αστικής νομιμότητας, να υπομένουν στωικά την καταστολή όταν αποφασίσουν να κατέβουν στο δρόμο.

Η αντιβία των καταπιεσμένων

Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, χιλιάδες ανθρώπων που η ζωή τους πλήττεται από την κρίση, κατεβαίνουν στους δρόμους μαζικά, άλλοτε σπασμωδικά και άλλες φορές πιο επίμονα, δημιουργώντας την προσδοκία πως η συλλογική αντίσταση μπορεί να είναι η απάντηση στην επιβαλλόμενη βαρβαρότητα. Έτσι λαμβάνουν χώρα κάποιες από τις μεγαλύτερες απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις από την εποχή της μεταπολίτευσης. Αμέσως οι κομματικοί μηχανισμοί του κράτους και τα φερέφωνά τους σπεύδουν να συνηγορήσουν υπέρ του δημοκρατικού δικαιώματος της διαμαρτυρίας, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια της αστικής νομιμότητας. Η αντιβία των καταπιεσμένων αποτελεί απειλή για το καθεστώς.

Δεν αποδίδει όμως πάντα η προπαγάνδα των καταπιεστών μας. Ολοένα και συχνότερα, τμήματα της κοινωνίας κατανοούν το αδιέξοδο της «εντός της αστικής νομιμότητας» διαμαρτυρίας. Η οργή τους υπερνικά το φόβο και αντιδρούν βίαια. Άλλοι ενστικτωδώς και άλλοι πιο συνειδητά επιλέγουν τη σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής ως μέσο αυτοάμυνας αλλά και επίθεσης. Όταν οι συνεχείς ειρηνικές διαδηλώσεις στο Σύνταγμα τον Ιούνιο του 2011 δεν έλεγαν να ατονήσουν, αντιμετωπίστηκαν από το Κράτος με ωμή βία και τόνους χημικών. Χιλιάδες «ειρηνικοί» διαδηλωτές απέναντι στο δίλημμα να χτυπηθούν και να συλληφθούν αμαχητί από τις ορδές των μπάτσων ή να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους, επέλεξαν συλλογικά και βίαια να υπερασπίσουν τον εαυτό τους. Η αντιβία ήταν η απάντηση μεγάλου μέρους των καταπιεσμένων και στις 12 Φλεβάρη του 2012, ημέρα ψήφισης του δεύτερου μνημονίου, παίρνοντας χαρακτηριστικά εξέγερσης, αφού κινήθηκε επιθετικά σε όλο το κέντρο της Αθήνας απέναντι σε τράπεζες, πολυεθνικές, αστυνομία, κομματικά γραφεία και ό,τι αντιπροσωπεύει και συμβολίζει το απάνθρωπο καπιταλιστικό σύστημα.

Σε τέτοια γεγονότα δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης μεταξύ των αγωνιζόμενων και γίνεται ισχυρότερη και χειροπιαστή η πεποίθηση ότι οι συλλογικοί, αδιαμεσολάβητοι αγώνες μπορούν να νικήσουν και δεν αποτελούν ένα γραφικό απομεινάρι του παρελθόντος . Δεν είναι μόνο αυτοί που συγκρούονται άμεσα με τις δυνάμεις καταστολής, αλλά και το πλήθος των ανθρώπων που στηρίζουν ηθικά και με την φυσική τους παρουσία στο δρόμο τη συνθήκη της σύγκρουσης. Αυτό είναι ένα πρώτο βήμα για το ξεπέρασμα του φόβου και της συνειδητοποίησης των πραγματικών μας εχθρών. Ο δρόμος είναι ένα ακόμα πεδίο στο οποίο γεννιούνται οι συνειδήσεις.

Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι κατά τη διάρκεια εξεγερσιακών γεγονότων συναντάμε φαινόμενα αντικοινωνικής βίας, όπως αναίτιες καταστροφές μαγαζιών και άστοχες επιθέσεις από μικρές μειοψηφίες (όσο και αν οι κυρίαρχοι μέσω των media προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη πως πρόκειται για το σύνολο των διαδηλωτών). Όταν η οργή ξεχειλίζει, στο δρόμο θα αποτυπωθούν όλες οι εκφάνσεις της υπάρχουσας κοινωνίας, ακόμη και οι αντικοινωνικές και αντιδραστικές. Όσο και αν το Κράτος προσπαθεί να αποδώσει την ευθύνη για τέτοια φαινόμενα στους αγωνιζόμενους, είναι ηλίου φαεινότερο ότι είναι αυτό το ίδιο που έχει εκθρέψει τέτοιες συμπεριφορές, προωθώντας και επιβάλλοντας τον ατομικισμό και τις αλλοτριωμένες κοινωνικές σχέσεις.

Οι θιασώτες της μη-βίας

Η βία του κράτους και του κεφαλαίου είναι καθημερινά παρούσα για το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας. Για όποιον δεν υφίσταται την κρατική βία άμεσα, η υιοθέτηση μη-βίαιων τακτικών είναι απλώς μια «ηθική» επιλογή. Μια επιλογή όμως που διαιωνίζει τη βία των αφεντικών πάνω στους καταπιεσμένους. Οι κυρίαρχοι, οι προνομιούχοι, ποτέ δεν παραιτήθηκαν ειρηνικά από τα προνόμιά τους, κι ούτε πρόκειται να το κάνουν. Αυτή ακριβώς την πραγματικότητα είναι που μοιάζουν να λησμονούν και να παραγνωρίζουν όχι μόνο συστημικές φωνές, με ξεκάθαρα εχθρικό ρόλο απέναντι σε κάθε κινηματική ανάπτυξη, αλλά και πολιτικοί χώροι φερόμενοι ως ριζοσπαστικοί ή επαναστατικοί. Όλοι αυτοί που μιλούν για «ειρηνικές επαναστάσεις», «δημοκρατικές εξεγέρσεις», «εξεγέρσεις που δε σπάει ούτε τζάμι», αναπαράγουν το αστικό και φιλελεύθερο ιδεολόγημα της «καταδίκης της βίας απ’ όπου και αν προέρχεται», η υιοθέτηση του οποίου είναι βασική προϋπόθεση για την συμμετοχή στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Στην ουσία κάνουν τη βρώμικη δουλειά της αστικής εξουσίας, συντηρώντας το μονοπώλιο της βίας του Κράτους απέναντι στα καταπιεσμένα κι εκμεταλλευόμενα τμήματα της κοινωνίας

Καταδίκη της βίας “από όπου κι αν προέρχεται” σημαίνει την εξίσωση της βίας του θύτη με αυτή του θύματος. Όσοι την καταδικάζουν, συμβουλεύουν παράλληλα αυτούς που υφίστανται καθημερινά την εκμετάλευση και την καταπίεση του κράτους και των αφεντικών, να μην απαντήσουν υιοθετώντας συγκρουσιακές πρακτικές. Να μην απαντήσουν με βία γιατί αυτό θα προκαλέσει την κρατική καταστολή. Κατηγορούν δηλαδή τους αγωνιζόμενους ότι προκαλούν τη βία κράτους, δικαιώνοντας τη δεύτερη και απαξιώνοντας τους πρώτους.

Επιπλέον, η υιοθέτηση τακτικών μη-βίαιης αντίστασης εφησυχάζει όσους θέλουν να «αγωνιστούν» από τη θαλπωρή του καναπέ τους και να αλλάξουν τον κόσμο ψηφίζοντας κάθε 4 χρόνια, αναθέτοντας την «αλλαγή» στα χέρια των ειδικών. Η στάση αυτή διοχετεύει την οργή τους σε ανώδυνες για το καθεστώς διαδικασίες, διαμεσολαβημένες κι απόλυτα ελεγχόμενες.

Το να μιλάνε λοιπόν για μη βία, μέσα στον καπιταλισμό, αποσιωπά την ύπαρξη της πρωτογενούς-δομικής κρατικής βίας, στοχεύει στο να καταστείλει και να αφοπλίσει ηθικά κάθε βίαιη απάντηση των καταπιεσμένων. Στοχεύει επομένως στη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος εκμετάλλευσης, στη διατήρηση της σκλαβιάς μας.

Η «βία των άκρων»

Οι ίδιοι προσπαθούν να βάλουν στο ίδιο τσουβάλι τη βία των καταπιεσμένων που αντιδρούν με όποιον τρόπο θεωρήσουν πρόσφορο και την οργανωμένη και κρατικά καθοδηγούμενη βία των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής. Βία που στρέφεται ενάντια στους καταπιεσμένους (μετανάστες, αναρχικούς, αριστερούς, ομοφυλόφιλους, ανάπηρους) και όχι ενάντια στους καταπιεστές μας. Αυτή η σύγχυση καλλιεργείται σκόπιμα προκειμένου να απογυμνώσει ηθικά τη βία των καταπιεσμένων και να την παρουσιάσει ως «βία ακροκινούμενων ομάδων», βάζοντας το κράτος στην περίοπτη θέση του διαιτητή και επικυρώνοντας το ρόλο του ως διαμεσολαβητή και τηρητή της τάξης και της ασφάλειας. Όσοι θεωρούν αντισυστημική τη βία της ΧΑ, δεν έχουν παρά να ανατρέξουν στην πρόσφατη ιστορία του ναζισμού στη Γερμανία και στις επιπτώσεις που τελικά είχε για όλο τον κόσμο.

Η βία από τη δική μας σκοπιά

Από τη μεριά μας δεν πρόκειται να κατακρίνουμε τους τρόπους αντίδρασης των καταπιεσμένων μια και θεωρούμε ότι η απελευθέρωσή τους είναι έργο των ιδίων. Οφείλουμε όμως να παραθέσουμε τη δική μας οπτική για τον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση.

Θεμελιώδες αξιακό της αναρχικής θεώρησης είναι η συνοχή μέσων και σκοπών. Για εμάς, η χρησιμοποίηση της βίας ως μέσο είναι κάτι αποδεκτό μόνο όταν δεν έρχεται σε σύγκρουση με το αξιακό μας πλαίσιο, το οποίο αποτελεί και την βάση της κοινωνίας που θέλουμε να δημιουργήσουμε. Μιας κοινωνίας, στην οποία η βία της επιβολής και της εκμετάλλευσης δεν έχει καμιά θέση. Η αποθέωση της βίας και η άκριτη υιοθέτηση της, μόνο ανταγωνιστικά μπορούν να λειτουργήσουν μπροστά στο όραμα της δημιουργίας μιας τέτοιας κοινωνίας.

Για εμάς, είναι ξεκάθαρο πως ένα σύστημα που επιβάλλει την βία της αστικής τάξης έναντι του συνόλου των εκμεταλλευόμενων και που αναπαράγεται με την βία, μόνο με την συνειδητή, συλλογική, οργανωμένη, κοινωνική και κινηματική απελευθερωτική αντιβία των από τα κάτω μπορεί να αντιμετωπιστεί και να ανατραπεί. Ακριβώς αυτή την ουσία της ίδιας της ταξικής πάλης είναι που η κυρίαρχη τάξη και το Κράτος προσπαθούν επιμελώς να αποκρύψουν, με το να ανάγουν κάθε πτυχή της μόνο σε θεσμικό επίπεδο, επιδιώκοντας την εκτόνωση της συσσωρευμένης κοινωνικής οργής και την διοχέτευσή της σε λύσεις συστημικής διαχείρισης. Σε περιπτώσεις που αυτή εκδηλώνεται με ξεκάθαρα ταξικά και συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, η κυριαρχία προσπαθεί να την απογυμνώσει από το πολιτικό της περιεχόμενο, από τα κοινωνικά της χαρακτηριστικά και να την καταστέλλει.

Η αυτοπροστασία μας στο δρόμο επιβάλλει τη χρήση μέσων άμυνας αλλά και επίθεσης. Ο χώρος και ο χρόνος της σύγκρουσης ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ευθεία αντιπαράθεση με τις δυνάμεις καταστολής και στις επιθέσεις σε καπιταλιστικούς στόχους κατά την διάρκεια μιας απεργιακής κινητοποίησης ή διαδήλωσης. Από τις γενικές απεργίες, τις διαδηλώσεις, τις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής και τις νεοναζιστικές κρατικές εφεδρείες και την αλληλεγγύη σε φυλακισμένους αγωνιστές ως την άρνηση πληρωμής των κεφαλικών φόρων που επιβάλλονται με την απειλή της περαιτέρω εξαθλίωσης της ζωής μας (ρεύμα και σε λίγο καιρό το νερό), τις καταλήψεις δημόσιων και κρατικών κτηρίων, εργοστασίων, το σαμποτάζ, τις απαλλοτριώσεις και την κοινωνικοποίηση αγαθών, ο στόχος είναι κοινός: η ένταση και η διεύρυνση της ανυποχώρητης πάλης ενάντια στον Καπιταλισμό και το Κράτος, της σύγκρουσης με τους εξουσιαστές και τους καταπιεστές μας προκειμένου να πάρουμε πίσω τη ζωή που κλέβουν για να εξασφαλίζουν τα πλούτη τους.

Η σύγκρουση αυτή, στις πολύμορφες εκφράσεις της, πηγάζει από το περιεχόμενο των μαζικών κινητοποιήσεων• δεν είναι αυθύπαρκτη, ξεκομμένη από αυτό. Η κατεύθυνση της, όταν είναι στοχευμένη και επικοινωνήσιμη, προωθεί το περιεχόμενο αυτό, μέσα από δυναμικές διεργασίες. Η επαφή μεγάλης μερίδας του κόσμου με τον δρόμο, την σύγκρουση, την καταστολή, συγκροτεί μια συλλογική εμπειρία, αντιθετική προς την εικονική πραγματικότητα που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ. Η επίπλαστη συναίνεση, σπάει έμπρακτα μέσα από την συμμετοχή, ο ρόλος των δυνάμεων καταστολής γίνεται κατανοητός από μεγαλύτερα κοινωνικά κομμάτια, σχέσεις αλληλεγγύης δημιουργούνται ώστε να βάλουν αναχώματα στην καταστολή και να νοηματοδοτήσουν την αντίσταση με την γλώσσα των καταπιεσμένων.

Μια εξεγερσιακή κατάσταση αποτελεί ξέσπασμα της κοινωνικής οργής και μπορεί να συμβάλλει στην δημιουργία συνειδήσεων και στην ανάπτυξη της συλλογικοποίησης και της αλληλεγγύης, δεν μπορούμε όμως, να παραγνωρίσουμε τα όρια της. Όσο περισσότερο η σύγκρουση καταφέρνει να επεκτείνεται στην καθημερινότητα μας, μέσα στους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές, σε κάθε κοινωνική σχέση, τόσο πιο απειλητική γίνεται για το Κράτος και το Κεφάλαιο. Κόντρα σε κάθε λογική διαχείρισης και κυβερνητισμού, η απάντηση στις εξουσιαστικές και αντικοινωνικές μεθοδεύσεις δεν μπορεί να είναι άλλη από την συλλογικοποίηση και την ανάπτυξη της αλληλεγγύης και της αντίστασης σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε γειτονιά, οπουδήποτε η καταπίεση και η εκμετάλλευση εμφανίζονται. Ζητούμενο είναι η δημιουργία και η ενίσχυση των δομών που στοχεύουν στην συλλογική αντίσταση της τάξης μας απέναντι στην γενικευμένη επίθεση Κράτους, Κεφαλαίου και όλων των “μακριών χεριών” τους. Δομών και αντιθεσμίσεων με ξεκάθαρα κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά, όπως τα σωματεία βάσεις και οι συνελεύσεις γειτονίας, που αναζωπυρώνουν την σύγκρουση με την εξουσία, υιοθετώντας ριζοσπαστικά προτάγματα. Η διαλεκτική που αναπτύσσουν οι δομές αυτές με την αντιβία, είναι αυτή που αναβαθμίζει την σύγκρουση ποσοτικά και ποιοτικά, αυτή που της προσδίδει τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που της αναλογούν.

Συνοψίζοντας

Απέναντι στη συνολική επίθεση των αφεντικών και του κράτους οι καταπιεσμένοι και οι εκμεταλλευόμενοι θα πρέπει να αναζητήσουμε συλλογικά τα δικά μας όπλα, τους τρόπους και τους τόπους σύνδεσης, επικοινωνίας και αντίστασης. Είναι αναγκαία σήμερα η συλλογική, κοινωνική-ταξική αυτοάμυνα και αντεπίθεση, η οποία θα συγκροτείται στη βάση του ξεπεράσματος των διακρίσεων, με βάση την φυλή, την εθνικότητα, το φύλο, την ηλικία και που θα παίρνει θέση ολικής ρήξης με το κράτος και τον καπιταλισμό.

Ο κόσμος που ζούμε δεν βελτιώνεται. Καταστρέφεται. Δεν αρκεί βέβαια η βία για την καταστροφή του Κράτους και του Κεφαλαίου, όπως δεν αρκούν και οι μερικοί αγώνες για την εξασφάλιση των λίγων που μας έχουν απομείνει. Αυτό που μπορεί πραγματικά να αποτελέσει το έναυσμα για ένα καλύτερο κόσμο, είναι η συνολικοποίηση του αγώνα μας στη βάση των προταγμάτων της κοινωνικής επανάστασης και της κοινωνικής απελευθέρωσης. Είναι το όραμα για μια νέα κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης, που θα οικοδομηθεί πάνω στα συντρίμμια του Καπιταλισμού και του Κράτους.

Αναρχική Συλλογικότητα «Καθ’ Οδόν»

 

Σκέψεις και προτάσεις για την Συνέλευση Αναρχικών για την Κοινωνική Αυτοδιεύθυνση

(Οκτώβριος 2010)

Κείμενο που μοιράστηκε στη Συνέλευση Αναρχικών για την Κοινωνική Αυτοδιεύθυνση

«Κανένας αγώνας δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία αν δεν προσφέρει στον εαυτό του μια ξεκάθαρη και σαφή διατύπωση του σκοπού του.
Καμιά καταστροφή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων δεν είναι δυνατή αν κατά το χρόνο της ανατροπής ή του αγώνα που οδηγεί στην ανατροπή, δεν υπάρχει ζωντανή μέσα στο μυαλό η ιδέα του τι θα αντικαταστήσει εκείνο που πρέπει να καταστραφεί. Αλλά ούτε και η θεωρητική κριτική των υφιστάμενων συνθηκών είναι δυνατή, αν εκείνος που ασκεί την κριτική, δεν έχει στο νου του μια περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένη εικόνα του τι θα αντικαταστήσει την υπάρχουσα κατάσταση. Το ιδανικό, η αντίληψη για κάτι καλύτερο, διαμορφώνεται, συνειδητά η ασυνείδητα, μέσα στο νου οποιουδήποτε ασκεί κριτική στους κοινωνικούς θεσμούς. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τον άνθρωπο της δράσης.»  Π. Κροπότκιν

Πέρα από τη διαχρονική διαπίστωση του Κροπότκιν, σχετικά με την επιτυχή έκβαση του αγώνα μας, η κοινωνία που οραματιζόμαστε είναι αυτή που νοηματοδοτεί τους αγώνες μας. Η άρνηση του υπάρχοντος, χωρίς την ύπαρξη μιας (ή περισσότερων) ανταγωνιστικής ως προς αυτό πρότασης οργάνωσης της ζωής μας και της κοινωνίας, μας τοποθετεί σε θέση διαρκούς άμυνας (συνεπώς και ετεροκαθορισμού, μια και την πρωτοβουλία κινήσεων την έχει το κράτος) και καθιστά τις δράσεις μας, άμεσα ή έμμεσα ενσωματώσιμες/αφομοιώσιμες. Η όσο το δυνατό σαφέστερη διατύπωση των αξιών και των προταγμάτων μας για την αυριανή κοινωνία είναι αυτή που μπορεί να εμπνεύσει τις δράσεις μας στο σήμερα και να τις κάνει πραγματικά επαναστατικές και ανταγωνιστικές προς το υπάρχον πολιτικοκοινωνικό σύστημα. Ο θετικός προσδιορισμός μας με την προβολή των προταγμάτων και των θέσεών μας,  όχι απλά σε αντιδιαστολή με τις επιθετικές κινήσεις του κράτους και του κεφαλαίου, θα συμβάλλει στο ξεπέρασμα της μερικότητας των δράσεων, σε μια εξεγερσιακή και επαναστατική προοπτική για την κοινωνική απελευθέρωση.

Το όραμα για μια καλύτερη κοινωνία απουσιάζει σήμερα, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη εποχή. Αυτό είναι που δίνει την δυνατότητα στους καπιταλιστές να μιλούν για το “τέλος της ιστορίας” και την ολοκληρωτική επικράτηση του καπιταλισμού. Εν μέσω συστημικής κρίσης θεωρούμε την διατύπωση και την προπαγάνδιση (διάδοση) των αξιών και των προταγμάτων μας σημαντική και επίκαιρη όσο ποτέ. Ο κοινωνικό/ταξικός πόλεμος είναι και πόλεμος στο πεδίο των ιδεών και των προταγμάτων.

Θεωρούμε δεδομένη τη συμμετοχή μας στους κοινωνικούς αγώνες που θα ακολουθήσουν. Αυτό που δε θεωρούμε δεδομένο είναι η έκβαση αυτών των αγώνων. Ακόμη και η κατάρρευση του καθεστώτος δεν αρκεί για την κοινωνική απελευθέρωση. Αν δεν υπάρχουν προτάσεις, με ευρεία απήχηση στην κοινωνία, για την αντικατάστασή του πολύ σύντομα έρχεται η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση και με πολύ δυσμενέστερους όρους κυριαρχίας. Θέλουμε η σημερινή κοινωνική, πολιτική, οικονομική κρίση (και η ταυτόχρονη προσπάθεια γενικευμένης αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού) να αποτελέσει το έναυσμα για την πλήρη καταστροφή του κράτους και του κεφαλαίου και το χτίσιμο μιας αναρχικής κοινωνίας.

Στις κοινωνικές/ταξικές συγκρούσεις που θα ακολουθήσουν οφείλουμε να διατυπώσουμε ξεκάθαρα τα κοινωνικά μας προτάγματα, καθιστώντας τα κατανοητά στον καθένα που θέλει να αγωνιστεί μαζί μας ή δίπλα μας για την κοινωνική επανάσταση και την αναρχική κοινωνική οργάνωση. Όσο περισσότεροι άνθρωποι έχουν έστω και μια αδρή εικόνα για τη δομή μιας ελεύθερης κοινωνίας, τόσο ευκολότερη θα είναι η δημιουργία της. Διασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό το ότι κανείς “φωτισμένος αρχηγός” δε θα είναι “αναγκαίος” για να “δώσει λύσεις” και να ηγηθεί της νέας κοινωνίας. Η απελευθέρωση των καταπιεσμένων και εξουσιαζόμενων αυτού του κόσμου είναι εφικτή μόνο όταν είναι έργο των ίδιων.

Ως κομμάτι των καταπιεσμένων, οφείλουμε να επεξεργαστούμε από τώρα τις δικές μας προτάσεις. Η εφαρμογή τους έγκειται στην αποδοχή τους από ευρύτατα κοινωνικά τμήματα και όχι στη βίαιη επιβολή τους από ολιγομελείς “πρωτοπορίες” ή “επαναστατικά” κόμματα. Πέρα από αυτό, μια και δε μεταθέτουμε τη δημιουργία της νέας κοινωνίας που οραματιζόμαστε σε μια “μετά την επανάσταση” εποχή, αλλά θέλουμε να ξεκινήσουμε να τη χτίζουμε μέσα στο κέλυφος της παλιάς, η προσπάθεια περιγραφής της αποτελεί οδηγό για τα σημερινά μας εγχειρήματα. Και αντίστροφα βέβαια, τα σημερινά εγχειρήματά μας προεικονίζουν την αυριανή κοινωνία.

Λίγες σκέψεις για μια αναρχική ομοσπονδία

Το κοινωνικό οργανωτικό μοντέλο που προτείνουμε είναι ο αναρχικός φεντεραλισμός. Η εθελούσια δηλαδή συμμετοχή κοινοτήτων/κομμούνων/συλλογικοτήτων σε μια ομόσπονδη δομή, με την ταυτόχρονη διατήρηση της αυτονομίας κάθε μιας από αυτές. Ο τρόπος λειτουργίας μιας τέτοιας ομοσπονδίας αποτελεί προϊόν ελεύθερης συμφωνίας μεταξύ των συμμετεχόντων. Θεωρούμε ότι το μοντέλο αυτό  είναι συμβατό με τη μεγιστοποίηση των ατομικών και κοινωνικών ελευθεριών που επιθυμούμε.

Σε συμφωνία με τον τρόπο κοινωνικής οργάνωσης που προτείνουμε, θεωρούμε ως καλύτερο οργανωτικό μοντέλο των αναρχικών ομάδων και συλλογικοτήτων, την ομοσπονδιοποίηση πάνω στη βάση κοινών (ή κοντινών) αξιακών θέσεων και προταγμάτων, με την ταυτόχρονη διατήρηση της αυτονομίας κάθε ομάδας/συλλογικότητας/αναρχικού εγχειρήματος που συμμετέχει.

Η σαφής διατύπωση θέσεων, θα πρέπει να καθιστά σε όλους κατανοητά τα προτάγματα και τη στόχευση ενός τέτοιου οργανωτικού εγχειρήματος. Η αποδοχή αυτών των βασικών θέσεων θα πρέπει να αποτελεί το βασικό κριτήριο για τη σύνδεση μιας συλλογικότητας ή μεμονωμένου συντρόφου στην ομοσπονδία.

Αυτό που προτείνουμε δεν έχει να κάνει με τη “θεωρητική και τακτική ενότητα” που προκρίνουν τα πλατφορμιστικά οργανωτικά εγχειρήματα. Πρόκειται, σχηματικά, για μια “μέση οδό” μεταξύ ομοσπονδίας σύνθεσης και πλατφόρμας, η οποία θα λαμβάνει υπόψη της τις σημερινές συνθήκες. Για την συνύπαρξη και τη συνδιαμόρφωση μεταξύ αναρχικών συλλογικοτήτων και ατόμων που ενστερνίζονται κάποιες κοινές στοιχειώδεις αξίες και προτάγματα και έχουν τη διάθεση να δράσουν από κοινού με στόχο την κοινωνική απελευθέρωση.

Δεδομένου του σχετικά μικρού αριθμού αναρχικών ομάδων/συλλογικοτήτων που υπάρχουν και της όχι και τόσο θετικής (τουλάχιστον εξ όσων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε) αντιμετώπισης (από πολλές υπάρχουσες) της ομοσπονδιοποίησης, δε θεωρούμε ιδιαίτερα εφικτή τη δημιουργία μιας αναρχικής ομοσπονδίας. Εκτιμούμε όμως ως εφικτή τη σύναψη στενότερων δεσμών μεταξύ ενός αριθμού ομάδων και ατόμων, η οποία θα μπορούσε να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση και ότι μια σταθερή δομή θα αποτελούσε ένα καλό πρώτο βήμα. Ως τέτοιο εγχείρημα αντιλαμβανόμαστε μια αναρχική συνέλευση, η οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί με αφορμή την κρίση.

Σκέψεις και προτάσεις για τη συνέλευση

Ο αγώνας μας ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο είναι διαρκής. Παρά το ότι αναγνωρίζουμε τις ειδικές συνθήκες που διαμορφώνονται λόγω της κρίσης, δεν ξεχωρίζουμε την εξουσιαστική δομή του καθεστώτος σε προ κρίσης και μετά κρίσης. Αναγνωρίζουμε τη σημασία της συνύπαρξης συντρόφων/ισσων σε μονοθεματικές συνελεύσεις, θεωρούμε όμως ζωτικής σημασίας για τους αναρχικούς την ύπαρξη μιας κεντρικής συνέλευσης. Οι τρόποι οργάνωσή μας, όπως πχ μια συνέλευση, δεν αποτελούν απλώς μέσα για την επίτευξη ενός σκοπού, αλλά βίωση της αναρχίας στο σήμερα και αντικατοπτρίζουν εν μέρει την κοινωνία που επιθυμούμε.

Μια τέτοια συνέλευση θα μπορούσε να αποτελέσει, αρχικά, ένα δημόσιο χώρο στον οποίο θα διατυπωθούν και θα συζητηθούν οι εκτιμήσεις μας για τη σημερινή συνθήκη, οι πτυχές της θεώρησής μας, τα προτάγματά μας και οι τρόποι πάλης και αγώνα που απορρέουν από αυτά. Να διαπιστωθούν, να αναλυθούν και να ζυμωθούν οι συμφωνίες και διαφωνίες μας. Η ανοιχτότητα των προταγμάτων μας, ο αναστοχασμός πάνω σε αυτά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εμπειρία που αποκομίζουμε καθημερινά μέσα από τους αγώνες και τα βιώματά μας, η αναδιατυπωσή τους μετά την όσμωση με τις απόψεις των συντρόφων μας και των άλλων καταπιεσμένων τμημάτων της κοινωνίας είναι πάντα το ζητούμενο. Οι αναρχικές οργανώσεις σκοπεύουν και στον εμπλουτισμό του κοινωνικού αγώνα με τις ιδέες και τις δράσεις τους αλλά και αντίστροφα, στον εμπλουτισμό των δικών μας ιδεών μέσω της δράσης και της εμπειρίας που αποκομίζουμε. Πρόκειται δηλαδή για μια αμφίδρομη, αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση θεώρησης και πρακτικής.

Η συμμετοχή σε συλλογικές διαδικασίες, η οργάνωση και η δημιουργία δομών και υποδομών, ενδυναμώνουν τον αγώνα για την αναρχία. Πέρα από τα όποια λειτουργικά οφέλη μπορεί να έχουν, αποτελούν αξιακό ζήτημα των αναρχικών. Η ελεύθερη συμμετοχή αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την αναρχία. Έτσι, η συνέλευση θα πρέπει να δίνει τη δυνατότητα έκφρασης και κυρίως συμμετοχής μεμονωμένων συντρόφων σε μια αναρχική διαδικασία μέσω της συνδιαμόρφωσης προτάσεων και συμμετοχής στην υλοποίησή τους και μέσω του σχηματισμού ομάδων εργασίας αλλά και άτυπων ομαδοποιήσεων. Με τον τρόπο αυτό θα συμβάλλει στην ένταξη συντρόφων σε ήδη υπάρχουσες συλλογικότητες και κυρίως στη δημιουργία νέων.

Επιτακτικότερη όλων θεωρούμε τη συλλογική επεξεργασία των προταγμάτων μας  και τη διάδοσή τους σε όσο το δυνατό μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας καθώς και την οργάνωση κεντρικών δράσεων μέσω του συντονισμού συλλογικοτήτων και μεμονωμένων συντρόφων.

Προκειμένου να μπορέσει η συνέλευση να παράγει ξεκάθαρο αναρχικό προταγματικό λόγο και δράσεις  θεωρούμε ότι θα πρέπει να αποτελεί ένα αμιγώς αναρχικό εγχείρημα. Για μια εντελώς ετερόκλητη συνάθροιση ανθρώπων είναι εξαιρετικά δύσκολη η διαμόρφωση συγκεκριμένων πολιτικών θέσεων και δράσεων με συγκεκριμένη στόχευση.
Για χρόνια κάτω από τη λέξη αναρχία συναθροίστηκαν πολλά και ετερόκλητα ρεύματα σκέψης, οι διαφορές ορισμένων από αυτά δεν επιτρέπουν τη σύνθεση ή τη συνδιαμόρφωση προταγμάτων. Τόσο λόγω της παρούσας συνθήκης όσο και γενικότερα θεωρούμε ότι ο λόγος και τα προτάγματά μας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό σαφέστερα. Μια σούπα αντικρουόμενων και αλληλοαναιρούμενων απόψεων και πρακτικών δεν πείθει ούτε εμάς τους ίδιους ως πρόταγμα κοινωνικής απελευθέρωσης, πολλώ δε μάλλον ευρύτερα κοινωνικά τμήματα που δεν έχουν έρθει σε ιδιαίτερη επαφή με τις αναρχικές ιδέες και προτάγματα.

Θεωρούμε αδύνατη την πολιτική συνδιαμόρφωση με ανθρώπους με τους οποίους δεν μοιραζόμαστε τον ίδιο αξιακό κώδικα. Με τον ίδιο τρόπο που δεν συνδιαμορφώνουμε με σταλινικούς ή νεοφιλελεύθερους, αρνούμαστε να συνδιαμορφώσουμε τα προτάγματα και τις δράσεις μας με ανθρώπους που, παραδείγματος χάριν, αντιμετωπίζουν ισοπεδωτικά ή και εχθρικά τα καταπιεσμένα τμήματα της κοινωνίας. Για αυτούς τους λόγους προτείνουμε τη δημιουργία της συνέλευσης στη βάση, όσο πιο συγκεκριμένων γίνεται, κοινών αρχών, αξιών και στόχευσης.

Εξίσου σημαντικό θεωρούμε και το συντονισμό πιο ανοιχτών, αυτοοργανωμένων κοινωνικών εγχειρημάτων. Η ύπαρξη ειδικών (αμιγώς) αναρχικών οργανώσεων δεν έρχεται σε αντίθεση με την ύπαρξη ευρύτερων κοινωνικών οργανωτικών δομών και μπορούν, συνήθως, να δράσουν συμπληρωματικά. Είναι όμως αρκετά διαφορετική η στόχευση και ο λόγος ύπαρξης μιας ειδικής αναρχικής οργάνωσης από αυτόν μιας ευρύτερης οργάνωση, στην οποία δε συμμετέχουν αποκλειστικά αναρχικοί. Το να προσπαθήσουμε να εντάξουμε γενικότερα κοινωνικά εγχειρήματα σε μια αναρχική συνέλευση θα λειτουργούσε τουλάχιστον “καπελωτικά” για τα εγχειρήματα αυτά. Επιπλέον, η μεγάλη ανομοιογένεια στόχων και θεώρησης μιας τέτοιας συνέλευσης θα την καθιστούσε εντελώς δυσλειτουργική και βραχύβια.

Πρόταση για τον τρόπο λειτουργίας και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων

Η συμμετοχή, η ελεύθερη και ισότιμη έκφραση της γνώμης είναι η βάση της ελεύθερης οργάνωσης. Λογικές ανάθεσης δεν συνάδουν κατά κανένα τρόπο με τα αναρχικά προτάγματα. Οι συνελεύσεις μας, όπως και κάθε άλλη οργανωτική μας δομή, οφείλουν πέρα από ένα χώρο συνύπαρξης, συζήτησης και συνδιαμόρφωσης να αποτελούν και μια δια του παραδείγματος πρόταση οργάνωσης και τρόπου διάδοσης των ιδεών μας. Οφείλουν επίσης να αποτελούν ένα μέσο διαπαιδαγώγησης όλων μας και να δομούνται με τέτοιο τρόπο που να μεγιστοποιείται η δυνατότητα συμμετοχής μας στη λήψη αποφάσεων όσο και στην υλοποίησή τους. Μέρος αυτών αντικατοπτρίζεται στον τρόπο λήψης αποφάσεων που επιλέγουμε.

Θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τη μορφή (σε άρρηκτη σχέση με το περιεχόμενο που διατυπώθηκε) που θα θέλαμε να έχει ένα τέτοιο οργανωτικό σχήμα.

Στόχος της συνέλευσης κατά τη διαδικασία λήψης μιας απόφασης πρέπει να είναι η σύνθεση των επιμέρους απόψεων και η ομοφωνία. Στην περίπτωση που υπάρχουν εξαρχής σημαντικές διαφοροποιήσεις στην προσέγγιση ενός ζητήματος ακολουθεί η διαδικασία της συνδιαμόρφωσης ως μια προσπάθεια επίτευξης της ομοφωνίας μέσω μιας δημιουργικής και επωφελούς για όλους συζήτησης.

Η διατύπωση θέσεων/απόψεων/προτάσεων επί συγκεκριμένων ζητημάτων/θεματικών που πραγματεύεται η συνέλευση οφείλει να γίνεται ισότιμα από τον καθένα που θέλει να συμμετέχει. Σε μια συνέλευση όμως 200-300 συντρόφων/ισσών, και με τους χρονικούς περιορισμούς που τίθενται σε όλους μας, είναι  πρακτικά αδύνατο να υπάρξουν αντίστοιχου αριθμού τοποθετήσεις. Δύο τρόπους μπορούμε να σκεφτούμε ώστε να καταστεί δυνατή η έκφραση όλων. Τη συμμετοχή του μεγαλύτερου μέρους των συντρόφων σε ομάδες συλλογικότητες, ώστε μέσω των αντίστοιχων εκπροσώπων να ακουστούν όλες οι συνδιαμορφωμένες απόψεις (και να συνδιαμορφωθούν εκ νέου), ή την ψηφοφορία (με τη λογική της ανάδειξης του αριθμού των συντρόφων που υποστηρίζουν μια άποψη) επί των προτάσεων που έχουν διατυπωθεί, καταγραφεί και συνδιαμορφωθεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

Γνωρίζοντας καλά ότι το ζήτημα της ψηφοφορίας θα ξενίσει αρκετούς συντρόφους, νιώθουμε την αναγκαιότητα να το αναλύσουμε εν τάχει. Αφότου έχουν διατυπωθεί και αναλυθεί όλες οι διαφορετικές προτάσεις και έχει γίνει προσπάθεια συνδιαμόρφωσής τους, αν δεν έχουμε καταφέρει να καταλήξουμε σε μια τελική θέση, ακολουθεί η ψηφοφορία. Την προτείνουμε ως μέσο καταγραφής του πλήθους των συντρόφων που στηρίζουν μια συγκεκριμένη άποψη, ώστε να γίνει φανερή η δυναμική της και η δυνατότητα υλοποίησής της.

Αν μια πρόταση έχει πολύ μικρή αποδοχή θα πρέπει οι σύντροφοι που την προτείνουν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να συναινέσουν στην πρόταση των υπολοίπων. Δεν τίθεται για εμάς ζήτημα επιβολής της πλειοψηφούσας άποψης στη μειοψηφία. Κάτι τέτοιο θυμίζει δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και το απορρίπτουμε ως εξουσιαστικό. Για τον ίδιο λόγο απορρίπτουμε την ύπαρξη βέτο, την επιβολή δηλαδή της άποψης ενός ή λίγων συντρόφων στους υπόλοιπους.

Στην περίπτωση που δεν καταφέρουμε να ομοφωνήσουμε μέσω της συνδιαμόρφωσης και συνεχίζουν υπάρχουν ισχυρές ενστάσεις από συντρόφους/ισσες, η συνέλευση μπορεί να επανέλθει σε αυτό το θέμα σε σύντομο χρονικό διάστημα, με στόχο την εκ νέου προσπάθεια συνδιαμόρφωσης. Αν και αυτό δεν καταστεί δυνατό τότε υλοποιούνται όλες οι προτάσεις, αρκεί να μην είναι αντίθετες με τις βασικές θέσεις της συνέλευσης.

Για τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας της συνέλευσης θεωρούμε σημαντικά:
Την ύπαρξη ενός συντονιστή της συζήτησης (διαφορετικού κάθε φορά), ο οποίος θα αναλαμβάνει την καταγραφή και κοινοποίηση των θεματικών της συνέλευσης, θα μοιράζει το λόγο, θα καθορίζει συγκεκριμένο χρόνο ομιλίας (ανάλογα με τον αριθμό των συντρόφων που συμμετέχουν και που θέλουν να μιλήσουν) και θα αναλαμβάνει να επαναφέρει στο θέμα συζήτησης συντρόφους που αναπτύσσουν ζητήματα εκτός των θεματικών της συνέλευσης.
Την τήρηση πρακτικών. Κάποιος/οι σύντροφος/οι θα αναλαμβάνουν κάθε φορά την όσο το δυνατό καλύτερη καταγραφή των τοποθετήσεων/προτάσεων και των αποφάσεων, προκειμένου να μπορεί να ανατρέξει σε αυτές όποιος ενδιαφέρεται να συμμετέχει στη συνέλευση. Η τήρηση πρακτικών μπορεί να λειτουργήσει βοηθητικά σε μια απολογιστική συνέλευση και να συμβάλλει στην μελλοντική επανεπεξεργασία προτάσεων που κατατέθηκαν αλλά δεν αποφασίστηκε η υλοποίησή τους από τη συνέλευση. Είναι επίσης σημαντικό το να μπορούν σύντροφοι σε άλλες πόλεις να έρθουν σε επαφή με την οργανωτική δομή και τα σκεπτικά που αναπτύσσονται. Το ίδιο ισχύει και για συντρόφους που θελήσουν μετά από χρόνια να  επωφεληθούν από την εμπειρία του παρελθόντος  και να διευκολύνουν τα δικά τους εγχειρήματα.
Τη δημιουργία ομάδων εργασίας. Για την επεξεργασία θεματικών και την υλοποίηση αποφάσεων της συνέλευσης προτείνουμε τη δημιουργία  ανοιχτών ομάδων εργασίας, οι οποίες θα έχουν τις δικές τους, αυτόνομες, συνελεύσεις, ταυτόχρονα όμως θα συμμετέχουν και θα παρουσιάζουν τις προτάσεις τους στην κεντρική συνέλευση. Επιμέρους, αλλά εξίσου σημαντική, στόχευση των ομάδων εργασίας είναι η δημιουργία νέων σταθερών ομάδων/συλλογικοτήτων, μέσω της συνεύρεσης και της συνεργασίας συντρόφων/ισσων σε πιο σταθερή βάση.

Εν κατακλείδι, θα συμμετέχουμε και θα στηρίξουμε, με όποια δύναμη διαθέτουμε, κάθε αναρχική οργανωτική προσπάθεια που στοχεύει στην παραγωγή ξεκάθαρου αναρχικού λόγου και δράσης, είτε αυτή είναι μια σταθερή ανοιχτή συνέλευση, είτε μια ομοσπονδία (την οποία προκρίνουμε ως οργανωτικό σχήμα, αλλά δεν είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι ότι μπορεί να δημιουργηθεί υπό τις παρούσες συνθήκες). Θεωρούμε, τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, ότι το όλο εγχείρημα θα πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένες θέσεις και αρχές και να έχει διάρκεια στο χρόνο. Η συνδιαμόρφωση ενός τρόπου λειτουργίας, αποτελεί εξίσου σημαντικό πολιτικό διακύβευμα και θα συμβάλλει στην ομαλή και αποτελεσματικότερη πορεία του εγχειρήματος.

Αναρχική Συλλογικότητα “Καθ’ Οδόν”