Όταν ο τρόμος γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται μονόδρομος

«Σήμερα εμφύλιος πόλεμος κηρύχθηκε από το κράτος. Όσους δεν σκοτώνουν τα μαχαίρια των φασιστών, τους στέλνουν στη φυλακή χουντικές δικαστικές αποφάσεις.

Καλούμε τους αγωνιστές και όσους νιώθουν πώς ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, ΙΣΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ δεν είναι κενές λέξεις, αλλά στάση ζωής, να συνειδητοποιήσουν την ιστορική στιγμή που ζούμε και να πράξουν ανάλογα.

ΟΙ ΙΔΕΕΣ δεν καταστέλλονται και δεν φυλακίζονται.

                                                                Οι 15 συλληφθέντες, αντιφασίστες – αντιφασίστριες.»

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών δείχνουν ξεκάθαρα τη διάθεση της εξουσίας να αντιμετωπίσει κατασταλτικά κάθε μορφή κοινωνικής και ταξικής αντίστασης. Εν αναμονή των νέων μέτρων που θα εντείνουν την οικονομική αφαίμαξη και την εξαθλίωση των καταπιεσμένων κι εκμεταλλευόμενων, ο καπιταλισμός εγκαταλείπει και τα τελευταία αστικοδημοκρατικά του προσχήματα. Η ολομέτωπη επίθεση που εξαπολύει είναι ξεκάθαρο πως πλήττει το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας. Αυτό που πρέπει να γίνει επίσης ξεκάθαρο, είναι πως όσο πιο δυναμικά χαρακτηριστικά παίρνει ο κοινωνικός και ταξικός αγώνας, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να αντιμετωπιστεί από την εξουσία και τα τσιράκια της.

Μετά το διπλό εκλογικό πανηγύρι, η αλλαγή στη διαχείριση του Κράτους, του έδωσε την απαραίτητη ώθηση ώστε να συνεχίσει να προστατεύει τις επιλογές του μέσω του βίαιου σταματήματος οποιασδήποτε κοινωνικής αντίστασης. Σειρά κρατικών (εκκένωση της κατειλημμένης Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης, κινηματογραφική επιχείρηση εκκένωσης της κατάληψης Δέλτα, απειλή εκκένωσης της κατάληψης Φάμπρικα Υφανέτ, εκκένωση κατάληψης στην Βέροια ύστερα από απαίτηση της Χρυσής Αυγής, εισβολή μπάτσων και ασφαλιτών σε κατειλημμένα σχολεία με τραμπουκισμούς μαθητών) και παρακρατικών (επίθεση με αυτοσχέδιο εκρηκτικό-εμπρηστικό μηχανισμό στην κατάληψη Apertus στο Αγρίνιο, εμπρησμός της κατάληψης Δράκα στην Κέρκυρα, διπλή εμπρηστική επίθεση στο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι στο Ρέθυμνο) επιθέσεων, συνθέτουν το σκηνικό των τελευταίων μηνών. Ο στόχος είναι προφανής. Το Κράτος επιδιώκει την τρομοκράτηση των αγωνιζόμενων, το ξερίζωμα των ριζοσπαστικών αντιστάσεων. Προσπαθεί να αποφύγει με κάθε τρόπο τη σύνδεση της διαρκώς διογκούμενης κοινωνικής οργής με τις ιδέες της αυτοοργάνωσης, της αντιιεραρχίας, της άμεσης δράσης και της αλληλεγγύης.

Μετά την πολύμηνη περίοδο επικράτησης κοινοβουλευτικών και θεσμικών αυταπατών, μετά από την γιγάντωση ιστοριών επιστημονικής φαντασίας περί φασιστικής ηγεμονίας στον δρόμο και την καλλιέργεια μιας λογικής ήττας στο εσωτερικό του κινήματος, έφτανε απλά μια πρώτη υποψία κινηματικής ανασυγκρότησης για να φτάσει η κρατική καταστολή σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Το πρώτο δείγμα της εμφανίστηκε στην απεργιακή συγκέντρωση της 26ης Σεπτεμβρίου. Μια απεργία που έγινε η αφορμή για την καταστολή των ανοιχτών συνελεύσεων γειτονιών Μπραχαμίου, Ζωγράφου, Βύρωνα-Παγκρατίου-Καισαριανής, τις μαζικές προσαγωγές και συλλήψεις συμμετεχόντων σε αυτές, πριν καν φτάσουν στο κέντρο της Αθήνας. Μάλιστα, η δημοσιοποίηση των στοιχείων των συλληφθέντων από τα ΜΜΕ επιβεβαίωσε με τον πιο χυδαίο τρόπο για μια ακόμα φορά τα στοιχεία ολοκληρωτικού χαρακτήρα που αρχίζει να παίρνει το Κράτος. Αυτό, ωστόσο, ήταν μόνο η αρχή σε σχέση με τα γεγονότα που ακολούθησαν τις επόμενες μέρες.

Την Κυριακή 30/9 λίγο μετά τις 20:00, 150 περίπου αντιφασίστες και αντιφασίστριες ξεκίνησαν από τα Εξάρχεια την τρίτη κατά σειρά μηχανοκίνητη αντιφασιστική  πορεία-αφισοκόλληση προς γειτονιές της Αθήνας με συχνή παρουσία των ταγμάτων «κατοίκων» της Χρυσής Αυγής. Το εγχείρημα αυτό αποτελεί μία ανοιχτή και συλλογικά οργανωμένη δράση στο δρόμο, ενάντια στον φασισμό. Κατά την διέλευση της μοτοπορείας από τα στενά της πλατείας Αμερικής, τους αντιφασίστες υποδέχτηκαν, με χειροκροτήματα και υψωμένες τις γροθιές, δεκάδες μετανάστες και ντόπιοι σε κάθε στενό, κάτω απ’ τα σπίτια τους και έξω απ’ τα γραφεία των κοινοτήτων τους. Στα σημεία δηλαδή που τις προηγούμενες μέρες δέχτηκαν τις επιθέσεις των χρυσαυγιτών «κατοίκων». Λίγο πιο κάτω οι σύντροφοι/σσες δέχτηκαν και τις πρώτες προκλήσεις. Οι πρωταγωνιστές των πρόσφατων πογκρόμ στην περιοχή ενάντια στους μετανάστες πέταξαν τασάκια προς την μηχανοκίνητη, ενώ άλλοι χαιρετούσαν ναζιστικά από τα σημαιοστόλιστα μπαλκόνια τους, βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Παρόλα αυτά η πορεία αρκέστηκε στα εκκωφαντικά αντιφασιστικά συνθήματα, σαν απάντηση στις προκλήσεις και συνέχισε προς την πλατεία Αμερικής, όπου θα γινόταν η πρώτη αφισοκόλληση. Μετά την ολιγόλεπτη στάση, η πορεία πέρασε για δεύτερη φορά από το στενό της Φυλής όπου πέτυχε τους εν λόγω φασίστες, αυτή την φορά στο δρόμο. Ομάδα χρυσαυγιτών επιτέθηκε στο πίσω μέρος της πορείας κι αντιμετωπίστηκε ανάλογα.

Την άμεση απάντηση στους φασίστες όμως, ακολούθησε η επίθεση της δίκυκλης συμμορίας Δέλτα, που παρακολουθούσε από απόσταση. Οι μπάτσοι, στην θέα της αποτυχημένης επίθεσης των προστατευόμενών τους, εμβόλισαν την ουρά της πορείας και γρήγορα το σημείο μετατράπηκε σε εμπόλεμη ζώνη, με κομμάτι της να δίνει μάχη σώμα με σώμα με τους ένστολους νεοναζί ενώ αμέτρητες χειροβομβίδες κρότου-λάμψης δεν σταμάτησαν να πέφτουν πάνω στους συντρόφους/ισσες σε όλη την διάρκεια της επίθεσης. Σύντροφοι υπέστησαν ηλεκτροσόκ από όπλα taser που δε δίστασαν να χρησιμοποιήσουν οι μπάτσοι. Η μοτοπορεία επέστρεψε στα Εξάρχεια, με τους δελτάδες να συνεχίζουν να εφορμούν στο σώμα της κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Ο τελικός απολογισμός ήταν 15 αντιφασίστες /τριες σύντροφοι/ισσες συλληφθέντες, με αρκετούς τραυματισμένους.

Το όργιο καταστολής όμως δεν σταμάτησε εκεί. Συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα στα δικαστήρια. Κατά την έξοδο των συντρόφων απ’ τη δικαστική αίθουσα και ενώ η Ευελπίδων σειόταν απ’ τα συνθήματα των εκατοντάδων αλληλέγγυων, τα ΜΑΤ επιτέθηκαν στους συγκεντρωμένους, με αποτέλεσμα την εκδίωξη των περισσοτέρων απ’ το χώρο των δικαστηρίων. Ακολούθησε ανθρωποκυνηγητό, στα στενά γύρω απ’ τα δικαστήρια, από τις κρατικές συμμορίες με τα μηχανάκια, με αποτέλεσμα περισσότερες από 25 προσαγωγές (εντός και εκτός των δικαστηρίων), τέσσερις εκ των οποίων μετατράπηκαν σε συλλήψεις.

Οι 15 αντιφασίστες/τριες που συνελήφθησαν στην αντιφασιστική μοτοπορεία, μαζί με τους τέσσερις συλληφθέντες αλληλέγγυους της επόμενης μέρας, βασανίστηκαν και απειλήθηκαν από τους ιδεολογικούς απόγονους των ταγματασφαλιτών. Οι συλληφθέντες χτυπήθηκαν σε διάφορα μέρη του σώματος και φωτογραφήθηκαν από τους βασανιστές των σύγχρονων ΕΑΤ-ΕΣΑ (για τα «προσωπικά άλμπουμ τους», με ταυτόχρονες απειλές ότι η φωτογραφίες θα δοθούν στη Χρυσή Αυγή). Οι νύχτες στον 6ο όροφο της ΓΑΔΑ συνεχίζονται με χτυπήματα, τραβήγματα μαλλιών, καψίματα και απειλές όπως «τώρα που μάθαμε ποιοί είστε θα σας θάψουμε όπως τους παππούδες σας στον εμφύλιο». Οι μπάτσοι αρνήθηκαν για πολλές ώρες τη μεταφορά των συντρόφων/ισσών στο νοσοκομείο, ώστε να μην καταγραφούν ιατροδικαστικά οι βασανισμοί που υπέστησαν.

Τις επόμενες μέρες τα δικαστήρια της σχολής Ευελπίδων ήταν γεμάτα, τόσο από αλληλέγγυους και συγγενείς των κρατουμένων, όσο και από μπάτσους όλων των ειδών και χρωμάτων, οι οποίοι προκαλούσαν και εν τέλει επιτέθηκαν για μια ακόμη φορά στους συγκεντρωμένους, τραυματίζοντας κάποιους. Τα όσα εκτυλίχθηκαν εντός των δικαστικών αιθουσών θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως κωμωδία, αν δεν αποτελούσαν μία συνάντηση της δικαστικής εξουσίας με την ατζέντα της Χρυσής Αυγής. Η διαδικασία παρακωλύθηκε συστηματικά από τους δύο εισαγγελείς, οι οποίοι (προφανώς μετά από άνωθεν εντολές) ζητούσαν εμμονικά την προφυλάκιση και των 15 συλληφθέντων χωρίς κανένα νομικό πρόσχημα. Οι φασίστες ψευδομάρτυρες, παριστάνοντας και πάλι τους «κατοίκους», έπεφταν απ’ τη μία αντίφαση στην άλλη, με χαρακτηριστικότερο τον ισχυρισμό πως κατάφεραν να αναγνωρίσουν, παρότι νύχτα και από τα μπαλκόνια τους, τέσσερις συλληφθέντες ενώ αυτοί φορούσαν κράνη. Δεν χρειάζεται καν να σχολιαστεί το γεγονός ότι διώκονται άνθρωποι βάσει κουκουλονόμου, επειδή φορούσαν κράνη ενώ επέβαιναν σε μηχανές.

Κι ενώ όλα αυτά βρίσκονται σε εξέλιξη, το Κράτος δείχνει τα δόντια του και στους εκατοντάδες απλήρωτους εργάτες στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, που επιχειρούν κατάληψη στο Πεντάγωνο, προχωρώντας σε 110 προσαγωγές, 12 συλλήψεις και πολλούς τραυματισμούς, προσθέτοντας έτσι άλλο ένα κομμάτι στο παζλ της συνεχιζόμενης κρατικής καταστολής απέναντι σε οτιδήποτε επιχειρεί να αντισταθεί. Μέσα σε όλα αυτά, ένα από τα πιο ελπιδοφόρα στοιχεία είναι ότι οι διωκόμενοι από το Κράτος αγωνιστές, τόσο των ναυπηγείων Σκαραμαγκά όσο και της αντιφασιστικής μοτοπορείας δεν έμειναν σε καμιά στιγμή μόνοι τους. Η αλληλεγγύη απέναντι στις διώξεις τους ήταν άμεση και μαζικότατη. Η μη προφυλάκιση, τόσο των ναυτεργατών, όσο και των 15 αντιφασιστών/τριών και τεσσάρων αλληλέγγυων, ήταν νίκη των κινήσεων αλληλεγγύης που έλαβαν χώρα εντός και εκτός Ελλάδας, αλλά και ολόκληρου του κινήματος. Οι εκατοντάδες αλληλέγγυοι που όλες αυτές τις μέρες βρέθηκαν στην Ευελπίδων και την ΓΑΔΑ, είτε για να στηρίξουν τους αντιφασίστες και αντιφασίστριες είτε για να σταθούν στο πλευρό των ναυτεργατών, έδειξαν με τον πιο δυναμικό τρόπο ότι κανείς δεν θα μείνει μόνος του απέναντι στην κρατική καταστολή.

Σε καιρούς βαθιάς συστημικής η κρατική καταστολή γενικεύεται και στρέφεται ενάντια σε όλους όσους πλήττονται από την ταξική επίθεση της κυριαρχίας. Αυτό μοιάζει να γίνεται αντιληπτό από ένα κομμάτι των αγωνιζόμενων· οφείλει όμως να γίνει αντιληπτό από το σύνολο των καταπιεσμένων κι εκμεταλλευόμενων. Καμία επίθεση των επίσημων και ανεπίσημων συμμοριών του Κράτους δεν πρέπει να γίνει ανεκτή, κανείς δεν πρέπει να μείνει με σταυρωμένα χέρια. Γιατί κανένας νόμος δεν μπορεί να βαφτίσει έγκλημα την αντίσταση στον φασισμό και την εξαθλίωση.

Αποκαλύπτεται και στον πιο αφελή πως ο φασισμός δεν είναι μια νέα κοινωνική πρόταση καθώς δεν εμπεριέχει τίποτα το «νέο», και δεν έχει καμία πρόθεση να συγκρουστεί με το κατεστημένο. Αντίθετα, αποτελεί μια εφεδρεία του συστήματος εξουσίας, το οποίο δεν θα διστάσει να την χρησιμοποιήσει όποτε το κρίνει αναγκαίο. Φασιστικές και αστυνομικές συμμορίες αλληλοσυμπληρώνονται, σε αγαστή συνεργασία, προς όφελος του Κράτους. Όσο θα επιτρέπουμε στο φασισμό να υπάρχει, πάντα θα πηγαίνει χέρι-χέρι με τους καταπιεστές και τους εκμεταλλευτές μας. Γι αυτό το λόγο η αντιμετώπισή του είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας. Η αναβάθμιση της σύγκρουσης με το φασισμό, ποσοτικά και ποιοτικά, αποτελεί αναγκαιότητα. Σε αυτή περιλαμβάνονται η φυσική αντιπαράθεση, ο πόλεμος στο πεδίο των ιδεών, καθώς και η απομόνωση και περιθωριοποίησή του. Πάνω από όλα όμως, το τσάκισμα του φασισμού περνάει μέσα από την ανάπτυξη των ταξικών και κοινωνικών δομών (σωματεία βάσης, συνελεύσεις γειτονιών κ.α.). Κάθε δράση που στρέφεται εναντίον του πρέπει, όσο το δυνατόν περισσότερο, να είναι κομμάτι της κοινωνικής αυτοοργάνωσης και να απορρέει από αυτήν.

Η ισχυροποίηση του φασισμού βασίζεται εν μέρει πάνω σε μύθους για τη δυναμική του παρουσία στον δρόμο. Η αλήθεια είναι πως, αν δεν είχαν τη διαρκή υποστήριξη των μπάτσων, οι φασίστες θα βρίσκονταν ήδη εκεί όπου είναι η θέση τους… Η σύγκρουση μαζί τους και στο πεδίο του δρόμου, δεν θα τους αφήσει να πάρουν το πάνω χέρι. Αντίθετα, η μετάθεσή της στο επίπεδο των θεσμών κι ο εκφυλισμός της σε «σύγκρουση μεταξύ άκρων», θα τους κάνει όλο και πιο επικίνδυνους. Το έχει δείξει η ιστορία, το επιβεβαιώνει η ίδια η πραγματικότητα.

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών κάνουν γι ακόμη μια φορά ξεκάθαρο πως οι καταπιεσμένοι κι εκμεταλλευόμενοι έχουν να επιλέξουν ανάμεσα στην αντίσταση και τον αγώνα για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία ή στο φόβο, το ρατσισμό και την εξαθλίωση. Η αδράνεια και η γραφικότητα περί «τήρησης ίσων αποστάσεων» ανέκαθεν ενίσχυαν την κυριαρχία. Στην παρούσα συνθήκη είναι και πιο επικίνδυνες από ποτέ. Ο καθένας πρέπει να πάρει θέση. Είτε θα διατηρήσει τις θεσμικές του ψευδαισθήσεις, παρακολουθώντας την ισοπέδωση της ζωής του από την επίθεση Κράτους κι αφεντικών, είτε θα αγωνιστεί για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του.

ΤΟ ΤΣΑΚΙΣΜΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΟΛΩΝ ΜΑΣ
Ο ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΑΞΙΚΟΣ ΚΙ ΑΝΤΙΚΡΑΤΙΚΟΣ
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΟΣΟΥΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΤΟΥΣ ΔΡΑΣΗ

Αναρχική Συλλογικότητα «Καθ’ Οδόν»

Για το φετιχισμό της μη-βίας

Κείμενο που μοιράστηκε στην απεργιακή πορεία 26/09/2012

«Καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται», «οι 300 προβοκάτορες που αμαύρωσαν την ειρηνική διαδήλωση», «οι κουκουλοφόροι που παραλύουν το κέντρο της Αθήνας». Τα παραπάνω αποτελούν ένα μικρό δείγμα φράσεων από το οπλοστάσιο της κυριαρχίας που αναπαράγονται από εφημερίδες, κανάλια, κόμματα, δικαστές, ευυπόληπτους πολίτες, «προσωπικότητες των γραμμάτων και τεχνών», όλο τον συρφετό που χρόνια τώρα προσπαθεί να χειραγωγήσει τη σκέψη και τη δράση μας. Δε θα ακούσουμε ποτέ όμως μια αναφορά στην πρωτογενή βία της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, τη βία του Κράτους και των αφεντικών. Τη βία που μόνο αυτοί έχουν δικαίωμα να ασκούν στο όνομα της τάξης, της ασφάλειας, της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, της συναίνεσης και της εθνικής ενότητας. Το μονοπώλιο αυτής της βίας κανείς δεν πρέπει να το αμφισβητήσει.

Τόσο σε αυτή την συγκυρία όσο και διαχρονικά, ο ρόλος του Κράτους δεν είναι άλλος από το να επιβάλλει και να αναπαράγει τα αστικά ιδεολογήματα και τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, να διατηρεί την ταξική διαίρεση της κοινωνίας και να διαμεσολαβεί σε κάθε λειτουργία της κοινωνικής ζωής. Αυτή η πρωτογενής και δομική βία που ασκείται από το Κράτος και το Κεφάλαιο στο καταπιεσμένο και εκμεταλλευόμενο κομμάτι της κοινωνίας, δεν περιορίζεται στην φυσική βία και είναι παρούσα σε κάθε σφαίρα της κοινωνικής ζωής.

Μιλάμε για τη βία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, που εξασφαλίζει την ευημερία των λίγων και την εκμετάλλευση όλων των υπολοίπων, τη βία της μισθωτής σκλαβιάς, τις δολοφονίες εργατών στα σύγχρονα κάτεργα (εργατικά ατυχήματα τα βαφτίζουν τα αφεντικά), την εντατικοποιημένη, μαύρη και ανασφάλιστη εργασία, την ανεργία και τη μόνιμη ανασφάλεια για το αν θα έχουμε να φάμε αύριο.

Μιλάμε για τη βία του ανταγωνισμού μεταξύ των ανθρώπων, τον οποίο προβάλλει ο καπιταλισμός ως μόνο μέσο προόδου και ευημερίας της ανθρωπότητας (και φροντίζει να μας εκπαιδεύει κατάλληλα από νηπιακή ηλικία). Για το συνθήκη του “πολέμου όλων εναντίον όλων”, που επιβάλλει η ίδια η αντικοινωνική και μισάνθρωπη φύση του καπιταλισμού και που σε εποχές οικονομικής εξαθλίωσης οξύνεται μετατρεπόμενη σε κοινωνικό κανιβαλισμό.

Μιλάμε για τη βία της έλλειψης περίθαλψης, του αποκλεισμού ανθρώπων που έχουν άμεση ανάγκη ιατρικής παρακολούθησης και οδηγούνται στην εξαθλίωση και την περιθωριοποίηση. Για τον εξευτελισμό των ουρών του ΙΚΑ ή την πληρωμή ακόμη και για μια επίσκεψη. Για την βία της ανασφάλιστης εργασίας που εντείνει την τρομοκρατία της μισθωτής σκλαβιάς, καθώς ο εργαζόμενος φοβάται ακόμη και το να αρρωστήσει ο ίδιος ή οικογένειά του.

Μιλάμε για τη βία της λεηλασίας και της καταστροφής της φύσης στο βωμό της ανάπτυξης και της μεγιστοποίησης του κέρδους των αφεντικών. Για τη ζωή σε ένα περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο αποστειρωμένο, πνιγηρό, μη βιώσιμο.

Μιλάμε για τη βία που από μικρή ηλικία δεχόμαστε στα σχολεία και τις σχολές, με την καλλιέργεια του ανταγωνισμού, την απαξίωση της πολύπλευρης γνώσης, τη διαρκή αξιολόγηση και το άγχος που αυτή συνεπάγεται, την αναγκαστική συμμόρφωση σε κανόνες και πρότυπα συμπεριφοράς, την τιμωρία και τον στιγματισμό των παρεκκλίσεων, την αναγκαστική αποδοχή της εξουσίας των δασκάλων και των καθηγητών.

Μιλάμε για τη βία της αναγκαστικής/εκβιαστικής στράτευσης, της σύνταξης με τα εθνικοπατριωτικά ιδεώδη, της καλλιέργειας της μισαλλοδοξίας, της καταστολής και της υποταγής στους ανώτερους, της προετοιμασίας για υποταγή στα αφεντικά, της συμμετοχής σε έναν θεσμό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη φυσική καταστολή του «εσωτερικού εχθρού».

Μιλάμε για τη βία, οικονομική και φυσική, που ασκείται από το Κεφάλαιο στις κοινωνίες των χωρών του λεγόμενου «τρίτου (και δεύτερου) κόσμου», καταληστεύοντάς τες, επιβάλλοντας χούντες, οδηγώντας τες στην πείνα και την ανέχεια. Βία που συνεχίζει να ασκείται στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες και μετανάστες, που διωγμένοι από τις χώρες τους πασχίζουν να επιβιώσουν. Αν γλιτώσουν από τις νάρκες, τα θωρακισμένα σύνορα, τους άθλιους τρόπους μεταφοράς τους, θα έρθουν αντιμέτωποι με την οικονομική εξαθλίωση και εκμετάλλευση, την περιθωριοποίηση, το συνεχόμενο κυνηγητό, τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τον εκτοπισμό από κάθε λογής δυνάμεις της αστυνομίας και των φασιστών.

Μιλάμε για τη βία της καταστολής κινηματικών δράσεων και διαδιακασιών, τόσο στον δρόμο όσο και μέσα από την νομική δίωξη, φυλάκιση ή την δολοφονία κοινωνικών αγωνιστών. Για τη βία της εισβολής και της εκκένωσης κοινωνικών και πολιτικών (κατειλημμένων ή μη) χώρων.

Αυτή είναι η βία που είναι παρούσα σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, αυτή που θέλουν να μας πείσουν πως είναι κάτι «φυσιολογικό», αυτονόητο, μια αναπόδραστη συνθήκη. Μια καθημερινή κατάσταση, μέσα στην οποία όποιος θελήσει να αντιδράσει περιθωριοποιείται, στοχοποιείται, απομονώνεται, διώκεται, φυλακίζεται

Ένταση της κρατικής βίας σε περιόδους κρίσης

Ίσως σε άλλες εποχές, αυτές της ανάπτυξης και του «καλού» Κράτους πρόνοιας, να υπήρχε η ψευδαίσθηση της υποχωρητικής εξουσίας υπό την πίεση της «λαϊκής δυσαρέσκειας», η οποία εν μέρει συντηρούταν από την ίδια τη στάση των κυβερνώντων, αλλά και από αποσπασματικές νίκες των κοινωνικών αγώνων. Στην τωρινή βαθιά καπιταλιστική κρίση όμως, όλο και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας βυθίζονται στην φτώχεια και την εξαθλίωση και οι όποιες κοινωνικές παροχές είχαν κατακτηθεί ως τώρα εκμηδενίζονται. Το Κράτος και ο Καπιταλισμός αναδιαρθρώνονται, επιλέγουν μορφές διακυβέρνησης που τείνουν στον ολοκληρωτισμό και εξαπολύουν μια ολομέτωπη επίθεση στη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Μετά την είσοδο στο μνημόνιο το 2009 εκκινεί μια περίοδος κατά την οποία το πολιτικό σύστημα απαξιώνεται, δημιουργούνται ρήγματα στην κοινωνική συναίνεση και οι αντιδράσεις απέναντι στην επίθεση των κυρίαρχων πληθαίνουν. Η βία από την πλευρά της κυριαρχίας κλιμακώνεται και φανερώνει πλέον ξεκάθαρα το αντικοινωνικό της πρόσωπο.

Νομοθετικές ρυθμίσεις λύνουν τα χέρια των αφεντικών για απολύσεις, μειώσεις μισθών, άμισθες υπερωρίες και «μαύρη» εργασία. Άνεργοι, ανασφάλιστοι και χαμηλοσυνταξιούχοι, μια και δεν μπορούν να συμμετέχουν στην διαδικασία παραγωγής και κατανάλωσης, καταδικάζονται στην πλήρη εξαθλίωση, χωρίς πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, χωρίς να μπορούν να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη για την επιβίωσή τους. Φαίνεται πως ένα τμήμα της κοινωνίας λογίζεται από το Κεφάλαιο ως άχρηστο, ως «πλεονάζων πληθυσμός» που θα οδηγηθεί είτε στη μετανάστευση, είτε στην καταστροφή.

Η κοινωνική οργή και οι αντιστάσεις που αναπτύσσονται αντιμετωπίζονται βίαια προκειμένου να τρομοκρατηθούν και να υποταχθούν όσοι αποφασίζουν να αντιδράσουν στην εξαθλίωση των ζωών τους. Ακόμη και κλασικοί τρόποι αγώνα, όπως οι απεργίες, τίθενται σταδιακά εκτός νόμου προκειμένου να προστατευτεί το Κεφάλαιο. Κάθε σχεδόν κινητοποίηση αντιμετωπίζεται κατασταλτικά. Ο στρατός και η αστυνομία θωρακίζονται, προετοιμάζονται για την αντιμετώπιση μιας πιθανής γενικευμένης εξέγερσης.

Παράλληλα, προσπαθούν να στρέψουν την οργή των καταπιεσμένων στο εσωτερικό της τάξης μας και όχι απέναντι στους δυνάστες μας, στο κράτος και τα αφεντικά. Οι δυνάμεις της τάξης και της ασφάλειας επινοούν και στοχοποιούν διαρκώς νέους «εσωτερικούς εχθρούς», ώστε να εξουδετερώσουν τις αντιστάσεις, να τιμωρήσουν τους αγωνιζόμενους, να παραδειγματίσουν όσους ενδεχομένως θελήσουν να αγωνιστούν. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός και ο φασισμός προωθούνται από κόμματα και ΜΜΕ ως αντίβαρο στην προσπάθεια δημιουργίας ενός κινήματος αντίστασης στην κρατική και καπιταλιστική βαρβαρότητα

Ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες, μεγάλα τμήματά της κοινωνίας συνεχίζουν να αντιδρούν μέσα στα πλαίσια της καταρρακωμένης -πρώτα πρώτα από την ίδια την αστική τάξη- αστικής νομιμότητας, να υπομένουν στωικά την καταστολή όταν αποφασίσουν να κατέβουν στο δρόμο.

Η αντιβία των καταπιεσμένων

Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, χιλιάδες ανθρώπων που η ζωή τους πλήττεται από την κρίση, κατεβαίνουν στους δρόμους μαζικά, άλλοτε σπασμωδικά και άλλες φορές πιο επίμονα, δημιουργώντας την προσδοκία πως η συλλογική αντίσταση μπορεί να είναι η απάντηση στην επιβαλλόμενη βαρβαρότητα. Έτσι λαμβάνουν χώρα κάποιες από τις μεγαλύτερες απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις από την εποχή της μεταπολίτευσης. Αμέσως οι κομματικοί μηχανισμοί του κράτους και τα φερέφωνά τους σπεύδουν να συνηγορήσουν υπέρ του δημοκρατικού δικαιώματος της διαμαρτυρίας, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια της αστικής νομιμότητας. Η αντιβία των καταπιεσμένων αποτελεί απειλή για το καθεστώς.

Δεν αποδίδει όμως πάντα η προπαγάνδα των καταπιεστών μας. Ολοένα και συχνότερα, τμήματα της κοινωνίας κατανοούν το αδιέξοδο της «εντός της αστικής νομιμότητας» διαμαρτυρίας. Η οργή τους υπερνικά το φόβο και αντιδρούν βίαια. Άλλοι ενστικτωδώς και άλλοι πιο συνειδητά επιλέγουν τη σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής ως μέσο αυτοάμυνας αλλά και επίθεσης. Όταν οι συνεχείς ειρηνικές διαδηλώσεις στο Σύνταγμα τον Ιούνιο του 2011 δεν έλεγαν να ατονήσουν, αντιμετωπίστηκαν από το Κράτος με ωμή βία και τόνους χημικών. Χιλιάδες «ειρηνικοί» διαδηλωτές απέναντι στο δίλημμα να χτυπηθούν και να συλληφθούν αμαχητί από τις ορδές των μπάτσων ή να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους, επέλεξαν συλλογικά και βίαια να υπερασπίσουν τον εαυτό τους. Η αντιβία ήταν η απάντηση μεγάλου μέρους των καταπιεσμένων και στις 12 Φλεβάρη του 2012, ημέρα ψήφισης του δεύτερου μνημονίου, παίρνοντας χαρακτηριστικά εξέγερσης, αφού κινήθηκε επιθετικά σε όλο το κέντρο της Αθήνας απέναντι σε τράπεζες, πολυεθνικές, αστυνομία, κομματικά γραφεία και ό,τι αντιπροσωπεύει και συμβολίζει το απάνθρωπο καπιταλιστικό σύστημα.

Σε τέτοια γεγονότα δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης μεταξύ των αγωνιζόμενων και γίνεται ισχυρότερη και χειροπιαστή η πεποίθηση ότι οι συλλογικοί, αδιαμεσολάβητοι αγώνες μπορούν να νικήσουν και δεν αποτελούν ένα γραφικό απομεινάρι του παρελθόντος . Δεν είναι μόνο αυτοί που συγκρούονται άμεσα με τις δυνάμεις καταστολής, αλλά και το πλήθος των ανθρώπων που στηρίζουν ηθικά και με την φυσική τους παρουσία στο δρόμο τη συνθήκη της σύγκρουσης. Αυτό είναι ένα πρώτο βήμα για το ξεπέρασμα του φόβου και της συνειδητοποίησης των πραγματικών μας εχθρών. Ο δρόμος είναι ένα ακόμα πεδίο στο οποίο γεννιούνται οι συνειδήσεις.

Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι κατά τη διάρκεια εξεγερσιακών γεγονότων συναντάμε φαινόμενα αντικοινωνικής βίας, όπως αναίτιες καταστροφές μαγαζιών και άστοχες επιθέσεις από μικρές μειοψηφίες (όσο και αν οι κυρίαρχοι μέσω των media προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη πως πρόκειται για το σύνολο των διαδηλωτών). Όταν η οργή ξεχειλίζει, στο δρόμο θα αποτυπωθούν όλες οι εκφάνσεις της υπάρχουσας κοινωνίας, ακόμη και οι αντικοινωνικές και αντιδραστικές. Όσο και αν το Κράτος προσπαθεί να αποδώσει την ευθύνη για τέτοια φαινόμενα στους αγωνιζόμενους, είναι ηλίου φαεινότερο ότι είναι αυτό το ίδιο που έχει εκθρέψει τέτοιες συμπεριφορές, προωθώντας και επιβάλλοντας τον ατομικισμό και τις αλλοτριωμένες κοινωνικές σχέσεις.

Οι θιασώτες της μη-βίας

Η βία του κράτους και του κεφαλαίου είναι καθημερινά παρούσα για το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας. Για όποιον δεν υφίσταται την κρατική βία άμεσα, η υιοθέτηση μη-βίαιων τακτικών είναι απλώς μια «ηθική» επιλογή. Μια επιλογή όμως που διαιωνίζει τη βία των αφεντικών πάνω στους καταπιεσμένους. Οι κυρίαρχοι, οι προνομιούχοι, ποτέ δεν παραιτήθηκαν ειρηνικά από τα προνόμιά τους, κι ούτε πρόκειται να το κάνουν. Αυτή ακριβώς την πραγματικότητα είναι που μοιάζουν να λησμονούν και να παραγνωρίζουν όχι μόνο συστημικές φωνές, με ξεκάθαρα εχθρικό ρόλο απέναντι σε κάθε κινηματική ανάπτυξη, αλλά και πολιτικοί χώροι φερόμενοι ως ριζοσπαστικοί ή επαναστατικοί. Όλοι αυτοί που μιλούν για «ειρηνικές επαναστάσεις», «δημοκρατικές εξεγέρσεις», «εξεγέρσεις που δε σπάει ούτε τζάμι», αναπαράγουν το αστικό και φιλελεύθερο ιδεολόγημα της «καταδίκης της βίας απ’ όπου και αν προέρχεται», η υιοθέτηση του οποίου είναι βασική προϋπόθεση για την συμμετοχή στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Στην ουσία κάνουν τη βρώμικη δουλειά της αστικής εξουσίας, συντηρώντας το μονοπώλιο της βίας του Κράτους απέναντι στα καταπιεσμένα κι εκμεταλλευόμενα τμήματα της κοινωνίας

Καταδίκη της βίας “από όπου κι αν προέρχεται” σημαίνει την εξίσωση της βίας του θύτη με αυτή του θύματος. Όσοι την καταδικάζουν, συμβουλεύουν παράλληλα αυτούς που υφίστανται καθημερινά την εκμετάλευση και την καταπίεση του κράτους και των αφεντικών, να μην απαντήσουν υιοθετώντας συγκρουσιακές πρακτικές. Να μην απαντήσουν με βία γιατί αυτό θα προκαλέσει την κρατική καταστολή. Κατηγορούν δηλαδή τους αγωνιζόμενους ότι προκαλούν τη βία κράτους, δικαιώνοντας τη δεύτερη και απαξιώνοντας τους πρώτους.

Επιπλέον, η υιοθέτηση τακτικών μη-βίαιης αντίστασης εφησυχάζει όσους θέλουν να «αγωνιστούν» από τη θαλπωρή του καναπέ τους και να αλλάξουν τον κόσμο ψηφίζοντας κάθε 4 χρόνια, αναθέτοντας την «αλλαγή» στα χέρια των ειδικών. Η στάση αυτή διοχετεύει την οργή τους σε ανώδυνες για το καθεστώς διαδικασίες, διαμεσολαβημένες κι απόλυτα ελεγχόμενες.

Το να μιλάνε λοιπόν για μη βία, μέσα στον καπιταλισμό, αποσιωπά την ύπαρξη της πρωτογενούς-δομικής κρατικής βίας, στοχεύει στο να καταστείλει και να αφοπλίσει ηθικά κάθε βίαιη απάντηση των καταπιεσμένων. Στοχεύει επομένως στη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος εκμετάλλευσης, στη διατήρηση της σκλαβιάς μας.

Η «βία των άκρων»

Οι ίδιοι προσπαθούν να βάλουν στο ίδιο τσουβάλι τη βία των καταπιεσμένων που αντιδρούν με όποιον τρόπο θεωρήσουν πρόσφορο και την οργανωμένη και κρατικά καθοδηγούμενη βία των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής. Βία που στρέφεται ενάντια στους καταπιεσμένους (μετανάστες, αναρχικούς, αριστερούς, ομοφυλόφιλους, ανάπηρους) και όχι ενάντια στους καταπιεστές μας. Αυτή η σύγχυση καλλιεργείται σκόπιμα προκειμένου να απογυμνώσει ηθικά τη βία των καταπιεσμένων και να την παρουσιάσει ως «βία ακροκινούμενων ομάδων», βάζοντας το κράτος στην περίοπτη θέση του διαιτητή και επικυρώνοντας το ρόλο του ως διαμεσολαβητή και τηρητή της τάξης και της ασφάλειας. Όσοι θεωρούν αντισυστημική τη βία της ΧΑ, δεν έχουν παρά να ανατρέξουν στην πρόσφατη ιστορία του ναζισμού στη Γερμανία και στις επιπτώσεις που τελικά είχε για όλο τον κόσμο.

Η βία από τη δική μας σκοπιά

Από τη μεριά μας δεν πρόκειται να κατακρίνουμε τους τρόπους αντίδρασης των καταπιεσμένων μια και θεωρούμε ότι η απελευθέρωσή τους είναι έργο των ιδίων. Οφείλουμε όμως να παραθέσουμε τη δική μας οπτική για τον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση.

Θεμελιώδες αξιακό της αναρχικής θεώρησης είναι η συνοχή μέσων και σκοπών. Για εμάς, η χρησιμοποίηση της βίας ως μέσο είναι κάτι αποδεκτό μόνο όταν δεν έρχεται σε σύγκρουση με το αξιακό μας πλαίσιο, το οποίο αποτελεί και την βάση της κοινωνίας που θέλουμε να δημιουργήσουμε. Μιας κοινωνίας, στην οποία η βία της επιβολής και της εκμετάλλευσης δεν έχει καμιά θέση. Η αποθέωση της βίας και η άκριτη υιοθέτηση της, μόνο ανταγωνιστικά μπορούν να λειτουργήσουν μπροστά στο όραμα της δημιουργίας μιας τέτοιας κοινωνίας.

Για εμάς, είναι ξεκάθαρο πως ένα σύστημα που επιβάλλει την βία της αστικής τάξης έναντι του συνόλου των εκμεταλλευόμενων και που αναπαράγεται με την βία, μόνο με την συνειδητή, συλλογική, οργανωμένη, κοινωνική και κινηματική απελευθερωτική αντιβία των από τα κάτω μπορεί να αντιμετωπιστεί και να ανατραπεί. Ακριβώς αυτή την ουσία της ίδιας της ταξικής πάλης είναι που η κυρίαρχη τάξη και το Κράτος προσπαθούν επιμελώς να αποκρύψουν, με το να ανάγουν κάθε πτυχή της μόνο σε θεσμικό επίπεδο, επιδιώκοντας την εκτόνωση της συσσωρευμένης κοινωνικής οργής και την διοχέτευσή της σε λύσεις συστημικής διαχείρισης. Σε περιπτώσεις που αυτή εκδηλώνεται με ξεκάθαρα ταξικά και συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, η κυριαρχία προσπαθεί να την απογυμνώσει από το πολιτικό της περιεχόμενο, από τα κοινωνικά της χαρακτηριστικά και να την καταστέλλει.

Η αυτοπροστασία μας στο δρόμο επιβάλλει τη χρήση μέσων άμυνας αλλά και επίθεσης. Ο χώρος και ο χρόνος της σύγκρουσης ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ευθεία αντιπαράθεση με τις δυνάμεις καταστολής και στις επιθέσεις σε καπιταλιστικούς στόχους κατά την διάρκεια μιας απεργιακής κινητοποίησης ή διαδήλωσης. Από τις γενικές απεργίες, τις διαδηλώσεις, τις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής και τις νεοναζιστικές κρατικές εφεδρείες και την αλληλεγγύη σε φυλακισμένους αγωνιστές ως την άρνηση πληρωμής των κεφαλικών φόρων που επιβάλλονται με την απειλή της περαιτέρω εξαθλίωσης της ζωής μας (ρεύμα και σε λίγο καιρό το νερό), τις καταλήψεις δημόσιων και κρατικών κτηρίων, εργοστασίων, το σαμποτάζ, τις απαλλοτριώσεις και την κοινωνικοποίηση αγαθών, ο στόχος είναι κοινός: η ένταση και η διεύρυνση της ανυποχώρητης πάλης ενάντια στον Καπιταλισμό και το Κράτος, της σύγκρουσης με τους εξουσιαστές και τους καταπιεστές μας προκειμένου να πάρουμε πίσω τη ζωή που κλέβουν για να εξασφαλίζουν τα πλούτη τους.

Η σύγκρουση αυτή, στις πολύμορφες εκφράσεις της, πηγάζει από το περιεχόμενο των μαζικών κινητοποιήσεων• δεν είναι αυθύπαρκτη, ξεκομμένη από αυτό. Η κατεύθυνση της, όταν είναι στοχευμένη και επικοινωνήσιμη, προωθεί το περιεχόμενο αυτό, μέσα από δυναμικές διεργασίες. Η επαφή μεγάλης μερίδας του κόσμου με τον δρόμο, την σύγκρουση, την καταστολή, συγκροτεί μια συλλογική εμπειρία, αντιθετική προς την εικονική πραγματικότητα που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ. Η επίπλαστη συναίνεση, σπάει έμπρακτα μέσα από την συμμετοχή, ο ρόλος των δυνάμεων καταστολής γίνεται κατανοητός από μεγαλύτερα κοινωνικά κομμάτια, σχέσεις αλληλεγγύης δημιουργούνται ώστε να βάλουν αναχώματα στην καταστολή και να νοηματοδοτήσουν την αντίσταση με την γλώσσα των καταπιεσμένων.

Μια εξεγερσιακή κατάσταση αποτελεί ξέσπασμα της κοινωνικής οργής και μπορεί να συμβάλλει στην δημιουργία συνειδήσεων και στην ανάπτυξη της συλλογικοποίησης και της αλληλεγγύης, δεν μπορούμε όμως, να παραγνωρίσουμε τα όρια της. Όσο περισσότερο η σύγκρουση καταφέρνει να επεκτείνεται στην καθημερινότητα μας, μέσα στους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές, σε κάθε κοινωνική σχέση, τόσο πιο απειλητική γίνεται για το Κράτος και το Κεφάλαιο. Κόντρα σε κάθε λογική διαχείρισης και κυβερνητισμού, η απάντηση στις εξουσιαστικές και αντικοινωνικές μεθοδεύσεις δεν μπορεί να είναι άλλη από την συλλογικοποίηση και την ανάπτυξη της αλληλεγγύης και της αντίστασης σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε γειτονιά, οπουδήποτε η καταπίεση και η εκμετάλλευση εμφανίζονται. Ζητούμενο είναι η δημιουργία και η ενίσχυση των δομών που στοχεύουν στην συλλογική αντίσταση της τάξης μας απέναντι στην γενικευμένη επίθεση Κράτους, Κεφαλαίου και όλων των «μακριών χεριών» τους. Δομών και αντιθεσμίσεων με ξεκάθαρα κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά, όπως τα σωματεία βάσεις και οι συνελεύσεις γειτονίας, που αναζωπυρώνουν την σύγκρουση με την εξουσία, υιοθετώντας ριζοσπαστικά προτάγματα. Η διαλεκτική που αναπτύσσουν οι δομές αυτές με την αντιβία, είναι αυτή που αναβαθμίζει την σύγκρουση ποσοτικά και ποιοτικά, αυτή που της προσδίδει τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που της αναλογούν.

Συνοψίζοντας

Απέναντι στη συνολική επίθεση των αφεντικών και του κράτους οι καταπιεσμένοι και οι εκμεταλλευόμενοι θα πρέπει να αναζητήσουμε συλλογικά τα δικά μας όπλα, τους τρόπους και τους τόπους σύνδεσης, επικοινωνίας και αντίστασης. Είναι αναγκαία σήμερα η συλλογική, κοινωνική-ταξική αυτοάμυνα και αντεπίθεση, η οποία θα συγκροτείται στη βάση του ξεπεράσματος των διακρίσεων, με βάση την φυλή, την εθνικότητα, το φύλο, την ηλικία και που θα παίρνει θέση ολικής ρήξης με το κράτος και τον καπιταλισμό.

Ο κόσμος που ζούμε δεν βελτιώνεται. Καταστρέφεται. Δεν αρκεί βέβαια η βία για την καταστροφή του Κράτους και του Κεφαλαίου, όπως δεν αρκούν και οι μερικοί αγώνες για την εξασφάλιση των λίγων που μας έχουν απομείνει. Αυτό που μπορεί πραγματικά να αποτελέσει το έναυσμα για ένα καλύτερο κόσμο, είναι η συνολικοποίηση του αγώνα μας στη βάση των προταγμάτων της κοινωνικής επανάστασης και της κοινωνικής απελευθέρωσης. Είναι το όραμα για μια νέα κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης, που θα οικοδομηθεί πάνω στα συντρίμμια του Καπιταλισμού και του Κράτους.

Αναρχική Συλλογικότητα «Καθ’ Οδόν»